Tags

, , ,

Συγγραφέας: Σπύρος Κάκος

Άδεια χρήσης: Η αναπαραγωγή του παρόντος άρθρου επιτρέπεται με την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς του συγγραφέα και της πηγής.

Σχετικά άρθρα

Α. Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Θρησκείας

“I do not wish to judge how far my efforts coincide with those of other philosophers. Indeed, what I have written here makes no claim to novelty in detail, and the reason why I give no sources is that it is a matter of indifference to me whether the thoughts that I have had have been anticipated by someone else” ~ Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus

Εισαγωγή

Μερικοί πιστεύουν ότι η Θρησκεία και η Επιστήμη βρίσκονται σε σύγκρουση. Αυτό είναι λάθος. Επιστήμη και Θρησκεία είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ποτέ δε θα μπορέσει κανείς να κατανοήσει πλήρως τον κόσμο αν δε χρησιμοποιήσει και τους δύο αυτούς τρόπους σκέψης.

Η γνώση της ύπαρξης του Θεού μπορεί να βασιστεί τόσο στη λογική όσο και στην πίστη. Οι μεγαλύτεροι επιστήμονες, όπως ο Gödel και ο Collins, ήταν και είναι θεϊστές. Σε μια εποχή όπου η πρόοδος της επιστήμης εκπλήσσει καθημερινά, η θρησκεία παραμένει ισχυρή και επίκαιρη όσο ποτέ. [40] Όχι χωρίς λόγο. Όσος χρόνος και να περάσει, πάντα θα υπάρχουν μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία δε θα μπορούν να απαντηθούν με τη βοήθεια της επιστήμης. Η σημερινή επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει το πως “εγώ” αισθάνομαι, το πως “εγώ” έχω συνείδηση του εαυτού μου, το γιατί μπορεί να αισθανθώ θλίψη ακούγοντας ένα αγαπημένο τραγούδι ή το γιατί μπορεί να χαρώ βλέποντας έναν φίλο. Το γεγονός ότι η σημερινή επιστήμη δημιουργεί μια εικόνα του κόσμου η οποία δεν περιέχει τον άνθρωπο και ό,τι καθημερινά μας κάνει να αισθανόμαστε άνθρωποι πρέπει να μας προβληματίζει και να μας κάνει όλους να σκεφτούμε πως πρέπει να αλλάξουμε τρόπο σκέψης. Το “γιατί υπάρχουμε” δεν μπορεί να απαντηθεί μέσα στο εργαστήριο. Το τι είναι “καλό” δεν μπορεί να βρεθεί με πειραματικές μετρήσεις. Τα παραπάνω “δεδομένα” ή τα “επιστημονικά μοντέλα” δεν λύνουν τα προβλήματα ανθρωπίνων σχέσεων που καθημερινά μας απασχολούν. Στα πλαίσια της συμφιλίωσης της επιστήμης με τη θρησκεία, δεν πρέπει μόνο η θρησκεία να μάθει να μην μπλέκεται στα όσα ερευνάει η επιστήμη. Πρέπει και η επιστήμη να μάθει να μην έχει φιλοσοφικές προκαταλήψεις ή δόγματα – όπως ο υλισμός – που δηλητηριάζουν τη σκέψη της, εμποδίζοντας την ακόμα και να δει αυτό που όλοι μας βιώνουμε καθημερινά. Εκτός από το πείραμα και η Λογική είναι επιστημονικό εργαλείο. Και αυτό το εργαλείο έχει οδηγήσει σε μερικά εκπληκτικά συμπεράσματα σχετικά με τη ζωή μας και την ύπαρξη μας.

Ας μην ξεχνάνε όσοι επαινούν τους Έλληνες της αρχαιότητας για τη “λογική” και “ελεύθερη” σκέψη τους, ότι και αυτοί οι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι ΕΙΧΑΝ μία θρησκεία. Και δεν πρέπει μάλιστα να ξεχνάμε ότι ο Χριστιανισμός υιοθετήθηκε πρώτα από τους θεμελιωτές της Λογικής και της Επιστήμης, τους Έλληνες…

Ας μη λησμονούμε ότι τα αρχαία κείμενα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, των θεμελιωτών της ελεύθερης επιστημονικής σκέψης, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, διασώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου από Έλληνες Ορθόδοξους μοναχούς του Βυζαντίου ή τους Ισλαμιστές Άραβες του Μεσαίωνα. Ίσως λοιπόν να μην υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο, αλλά και άλλα χρώματα σε αυτή τη συζήτηση.

Ο “ιερέας” μάλιστα της σύγχρονης αθεΐας Richard Dawkins είναι καθηγητής στο “New College of St. Mary” στην Οξφόρδη. Τόσο πολύ “πολεμάει” η θρησκεία την επιστήμη που ίδρυσε Κολλέγιο για να διδάσκει εκεί ο μεγαλύτερος αυτή τη στιγμή “εχθρός” της.

Σε αυτό το άρθρο θα εκθέσω τα βασικά σημεία της σκέψης μου για να δείξω ότι η Επιστήμη και η Θρησκεία είναι ένα. Θα δείξω επίσης ότι η πίστη σε έναν ανώτερο σκοπό και σε μια Πρώτη Αιτία βασίζεται σε στοιχεία και στη Λογική και δεν είναι απλά μια “δοξασία” θρησκευόμενων ανθρώπων.

Tree Silhouette Against Starry Night Sky

Ορισμοί…

Αρχή σοφίας, ονομάτων επίσκεψις. Πριν μιλήσουμε για ο,τιδήποτε πρέπει να το ορίσουμε. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει αυτό το κεφάλαιο. Οι μεγαλύτερες παρανοήσεις δημιουργούνται από διαφορές στην αντίληψη της σημασίας των λέξεων που χρησιμοποιούμε.

Ορισμός του “Μεταφυσικού”

Και ο ορισμός του μεταφυσικού εν γένει είναι από τους πλέον δύσκολους (και ίσως για αυτό από τους πλέον σημαντικούς) Η «πρώτη αιτία» (βλ. παρακάτω) μπορεί να είναι μία, αλλά μπορεί να είναι και πολλές. Η ουσία είναι ότι μερικά πράγματα (όπως η έννοια της «ποσότητας» ή η λογική πρόταση «1=1») «υπάρχουν επειδή υπάρχουν». Αυτές τις a priori (βλ. παρακάτω) αλήθειες μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει σαν μεταφυσικές. Με άλλα λόγια η μεταφυσική ασχολείται με όλα όσα «υπάρχουν», σε αντίθεση με όλα όσα «υπάρχουν για κάποια αιτία» [6] (τα οποία εξετάζει η επιστήμη). Αυτές τις «πρώτες αιτίες» κάποιοι τις έχουν ονομάσει Θεό. Δε θέλω να μπω στη λογική του να αναλύσω αν ο Θεός έχει μούσι, αν έχει άσπρα μαλλιά ή βραχνή φωνή. Στέκομαι στους παραπάνω συλλογισμούς που σε εμένα (σχεδόν σίγουρα όχι σε πολλούς άλλους) δείχνουν ότι υπάρχουν ορισμένες a priori αλήθειες και ότι μία πρώτη αιτία είναι απαραίτητη για να ισχύει η αίσθηση που έχουμε περί του ίδιου μας του Είναι.

Ορισμός της λέξης “Πιστεύω”

Επειδή χρησιμοποιώ μερικές φορές τη λέξη “πιστεύω” όταν μιλάω για θέματα θρησκείας και επιστήμης και επειδή πολλοί έχουν παρεξηγήσει τη λέξη, θεωρώ ότι είναι σημαντικό να εξηγήσω τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιώ. Όταν λέω “πιστεύω”, δεν εννοώ “γνωρίζω” αλλά ούτε και “είμαι βέβαιος ότι είναι έτσι”. Όταν λέω “πιστεύω” χρησιμοποιώ τη λέξη με τον ορισμό που της δίνει το λεξικό: έχω κάποια δεδομένα και με τη βοήθεια λογικών συλλογισμών φτάνω σε κάποιο πολύ πιθανό και λογικό συμπέρασμα. Σε καμία περίπτωση δε χρησιμοποιώ τη λέξη με την (κακή) έννοια του “έτσι είναι και δε δέχομαι αντίρρηση” που ορισμένοι έντονα θρησκευόμενοι άνθρωποι της έχουν (κακώς) δώσει.

Για παράδειγμα όταν κάποιος βλέπει σύννεφα στον ουρανό μπορεί να πει “πιστεύω ότι θα βρέξει”. Αυτό είναι ένα λογικό (“επιστημονικό”;) συμπέρασμα και σε καμία περίπτωση θρησκευτικά δογματική άποψη. Οπότε όταν έχω πολλά λογικά επιχειρήματα (που σε πολλά σημεία βασίζονται και σε εμπειρικές παρατηρήσεις – βλ. την παρατήρηση πως όλα τα πράγματα έχουν μια αιτία) που με οδηγούν στο να πω “Υπάρχει μια Πρώτη Αιτία”, οδηγούμαι στο να πιστεύω ότι υπάρχει μια Πρώτη Αιτία. Αυτή η “πίστη” έχει μεγάλη διαφορά από την “ευπιστία” με την οποία πολλοί τη συγχέουν. Άλλο πίστη (που βασίζεται σε επιχειρήματα), άλλο ευπιστία…

1. Σύγκριση θρησκείας-επιστήμης

Το αντικείμενο της επιστήμης (Σημείωση: Με τον όρο “επιστήμη” σε αυτό το άρθρο αναφέρομαι στις θετικές/ ακριβείς επιστήμες – βλ. το άρθρο Τα Όρια της Επιστήμης για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον όρο “επιστήμη” και τη χρήση του) είναι τα φυσικά φαινόμενα. Ερωτήματα του τύπου “ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξης μας”, “γιατί υπάρχουμε”, “τι είναι η πραγματικότητα” δεν ανήκουν στοαντικείμενο που εξετάζει η επιστήμη. Η επιστήμη ασχολείται με το «πως»,  ενώ η θρησκεία με το «γιατί». Τα δύο αυτά πράγματα είναι συμπληρωματικά και όχι αντίθετα. Ακόμα και αν η επιστήμη αναλύσει πλήρως και με κάθε λεπτομέρεια το πως λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος και πως παράγει τη σκέψη, πάλι δε θα έχει ακουμπήσει καν το θέμα του «γιατί» λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί! Η αρχή του σύμπαντος, ο λόγος για τον οποίο υπάρχουμε, είναι εκτός του αντικειμένου της επιστήμης [22]. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η επιστήμη ασχολείται με το φυσικό κόσμο και τα φυσικά φαινόμενα, ενώ η θρησκεία με τα υπερφυσικά [23].

Τόσο η επιστήμη όσο και η θρησκεία βασίζονται σε κάποια “πίστη”. Η επιστήμη στην πίστη ότι υπάρχει η “απόλυτη αλήθεια” και ότι η λογική μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτήν, η θρησκεία στην πίστη ότι υπάρχει κάποιος σκοπός για τον άνθρωπο (και κατά συνέπεια και ο Θεός) (αυτό που είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ είναι ότι αν και ο Gödel έχει αποδείξει ότι η Λογική δεν μπορεί να αποδείξει την αλήθεια οι άνθρωποι συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η Λογική λειτουργεί χωρίς να έχει διαταραχθεί καθόλου η πίστη τους σε αυτήν).

Η επιστήμη έχει σαν σημείο εκκίνησης το Θεό (μπορούμε να κατανοήσουμε το Σύμπαν, το δημιούργημα Του, επειδή έχουμε φτιαχτεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του), ενώ η θρησκεία έχει το Θεό σαν τελικό στόχο. Η θρησκεία μας λέει πως να συμπεριφερθούμε σε αυτό τον κόσμο για να κερδίσουμε τη γαλήνη στον “άλλον”. Από την άλλη η επιστήμη μπορεί να εξηγήσει αναλυτικά πως εκρήγνυται μια ατομική βόμβα, όμως δεν έχει τίποτα να πει σχετικά με το αν πρέπει να χρησιμοποιηθεί και πως.

Η Θρησκεία προσπαθεί να δώσει την απάντηση σε ερωτήματα στα οποία ποτέ δε θα μπορέσουμε να βρούμε την απάντηση με τη βοήθεια των ακριβών Επιστημών (βλ. φυσική, χημεία κλπ), σύμφωνα με το περιβόητο πλέον ignoramus et ignorabimus (“Δε γνωρίζουμε και ποτέ δε θα μάθουμε”, κατά το “Εν οίδα ότι ουδέν οίδα” του Σωκράτη) του γνωστού Γερμανού φυσιολόγου Emil du Bois-Reymond [19] (αν και ο Hilbert αρνούνταν ότι υπάρχουν πράγματα που δε θα μάθουμε ποτέ, ο Gödel με το – περίφημο πλέον – θεώρημα της μη-πληρότητας απέδειξε τελικά ότι ο Emil du Bois-Reymond είχε δίκιο).

Man has to awaken to wonder — and so perhaps do peoples. Science is a way of sending him to sleep again. ~ Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus

 Όπως είπε και ο Αϊνστάιν, “Επιστήμη χωρίς θρησκεία είναι ανάπηρη, Θρησκεία χωρίς επιστήμη είναι τυφλή” (Science without religion is lame, religion without science is blind). Η επιστήμη μετράει, ενώ η θρησκεία ασχολείται με τα μη-μετρήσιμα πράγματα. Ερωτήματα περί σκοπού, ερωτήματα ηθικής, η αισθητική, η πίστη στο ότι ο φίλος σου λέει την αλήθεια όταν όλοι είναι εναντίον του, όλα βρίσκονται εκτός του αντικειμένου της επιστήμης. Και είναι αυτά τα πράγματα, όλα όσα για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε “επιστημονικά”, που μας κάνουν να διαφέρουμε από τα ζώα.

forest

2. Αποδείξεις-Ενδείξεις και Λογικά Επιχειρήματα

Η μαθηματική λογική θεωρούμε ότι είναι μία και καλά ορισμένη. Αυτό ωστόσο δεν ισχύει. Η λογική (ακόμα και η μαθηματική) βασίζεται σε αξιώματα και τα αξιώματα μπορούν να αλλάξουν κατά βούληση. Πέρα αυτού όμως, πρέπει να σημειώσουμε ότι εκτός της μαθηματικής λογικής (ήτοι της “αυστηρής” λογικής), υπάρχει και η λογική που ο καθένας μας έχει όταν σκέφτεται προβλήματα της ζωής του. Αυτή η καθημερινή λογική μας σκέψη μπορεί να μην εκφράζεται με αυστηρό μαθηματικό φορμαλισμό (ο οποίος και αυτός έχει σκοτεινά σημεία – βλ. τη συζήτηση μεταξύ φορμαλιστών, πλατωνιστών και κονστρουκτιβιστών), ωστόσο αποτελεί και αυτή ένα είδος λογικής, αυτό που αποκαλώ “ήπια” λογική. Και αυτή η λογική βασίζεται σε κανόνες και έχει αξιώματα. Απλά δεν τα διατυπώνουμε με την αυστηρότητα που διατυπώνουμε τη μαθηματική λογική – και αυτό όχι χωρίς λόγο. Το να γίνει κάτι τέτοιο απαιτεί υπέρμετρη προσπάθεια χωρίς να εγγυάται τίποτα το αποτέλεσμα. Η ζωή δεν γίνεται να υποστηριχθεί από την αυστηρή μαθηματική λογική, χρειάζεται μια πιο ευέλικτη λογική – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή η λογική είναι λάθος. Το αντίθετο, διαθέτει τους ίδιους κανόνες και τα ίδια εργαλεία (π.χ. επαγωγή) με την μαθηματική λογική, αλλά με ποιο ασαφή μορφή. Η μόνη διαφορά είναι πως δεν θα τη βρεις ποτέ γραμμένη σε κάποιο paper με το φορμαλισμό που θα περίμενες να βρεις σε κάποια ανακοίνωση σχετική με τα μαθηματικά. Και σίγουρα αυτή η λογική είναι σαφώς αποτελεσματικότερη στην καθημερινότητα μας. Η πλέον σύγχρονη έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη έχει να κάνει με την εκμάθηση των μηχανών να χρησιμοποιούν μια περισσότερο ‘fuzzy’ και λιγότερο «δομημένη» (και άρα ευέλικτη) λογική σκέψης ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την πλειονότητα των καθημερινών προβλημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι (και με τα οποία τα αυστηρά ‘λογικά’ ρομπότ αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια). Σε ένα άλλο σχετικό παράδειγμα: οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις (ακόμα και οι μαθηματικές) έγιναν όχι με βάση την αυστηρή μαθηματική λογική αλλά ξεκίνησαν από εκρήξεις διαισθητικής έμπνευσης – ένα είδος «ήπιας λογικής» η οποία ‘είδε’ κάτι εκεί που ο αυστηρά μαθηματικός εγκέφαλος των άλλων δεν έβλεπε τίποτα.

Αν κάποιος γνώριζε την πραγματική φύση της «αυστηρής μαθηματικής» λογικής και το πόσο εύκολα αυτή αλλάζει αλλάζοντας τα αξιώματα στα οποία βασίζεται, όλη η παραπάνω διάκριση μεταξύ «αυστηρής» και «ήπιας» λογικής θα ήταν ουσιαστικά άχρηστη. Αλλά επειδή οι άνθρωποι σήμερα έχουν την τάση να ‘θεοποιούν’ ο,τιδήποτε έχει σχέση με μαθηματικά και πείραμα και να χλευάζουν ο,τιδήποτε δεν έχει σχέση με αυτά, θεωρώ πως η παραπάνω διάκριση και η μετέπειτα ανάλυση της είναι απαραίτητη. Η διαίσθηση είναι πολλές φορές πιο λογική από την ίδια τη λογική, ωστόσο στη σύγχρονη σκοτεινή εποχή του επιστημονισμού δυστυχώς πρέπει κανείς να αναλύει και τα προφανή σε μια προσπάθεια να συγκεράσει δύο κόσμος (επιστήμη, θρησκεία) οι οποίοι κάποτε ήταν το ένα και το αυτό.

Ο κάθε άνθρωπος έχει μια “ήπια λογική”, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να έχει μια άλλη, διαφορετική “ήπια λογική” (με τον ίδιο τρόπο που η μαθηματική λογική μπορεί να αλλάξει αλλάζοντας αξιώματα). Με βάση αυτή τη λογική υπάρχουν πολλές ενδείξεις-αποδείξεις για την ύπαρξη κάτι ‘ανώτερου’ στην ύπαρξη μας. Μερικές από αυτές παρουσιάζονται παρακάτω. Είναι μάλιστα σημαντικό να αναφέρουμε ότι ακόμα και με βάση την “αυστηρή” μαθηματική λογική υπάρχουν αποδείξεις για την ύπαρξη για παράδειγμα ενός τέλειου όντος, όπως είναι ο Θεός (βλ. Οντολογική απόδειξη του Gödel), μερικές από τις οποίες επίσης θα εξεταστούν παρακάτω.

Είναι μέγιστο λάθος μερικών άθεων ή αγνωστικιστών να θεωρούν κάθε επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του Θεού ως “μη-λογικό” ή ως “απατηλό”. Δουλειά του ανοιχτόμυαλου επιστήμονα ανθρώπου είναι να αμφισβητεί τα πάντα. Δεν είναι λοιπόν λογικό να μπορούμε να έχουμε γνώμη για τα πάντα και μάλιστα να ισχυριζόμαστε ότι “πρέπει να αμφισβητούμε τα πάντα και να μην είμαστε δογματικοί”, αλλά να έχουμε εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα. Αν πρέπει να αμφισβητούμε τα πάντα, τότε και το δόγμα της σημερινής υλιστικής κοινωνίας ότι «όλα δημιουργήθηκαν από το τίποτα στην τύχη» (συνέπεια της οποία είναι και η θέση “ο Θεός δεν υπάρχει”) πρέπει να μπορεί να αμφισβητηθεί και αυτό.

Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι στην εποχή μας είναι της μόδας τα επιχειρήματα του τύπου “δεν ξέρω, δεν έχω ικανά δεδομένα για να αναλύσω αυτό το θέμα”. Δε διαφωνώ με το «Δεν ξέρω» των αγνωστικιστών. Είναι απόλυτα σεβαστό σαν άποψη, αρκεί να χρησιμοποιείται με συνέπεια. Οι περισσότεροι αγνωστικιστές λένε “δεν ξέρω” κατά βούληση σε ορισμένα πολύ συγκεκριμένα θέματα, τα οποία γνωρίζουν, ότι αν αναλύσουν, ίσως θα βρουν πράγματα που δεν τους αρέσουν.  Για κανένα θέμα δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως (100%) σίγουροι. Ο Gödel διέλυσε προ πολλού αυτόν τον μύθο. Η επιστήμη έχει όρια (βλ. το κεφάλαιο “Τα όρια της Επιστήμης” παρακάτω). Η επαγωγική λογική στην οποία βασίζεται έχει και αυτή όρια. Και όμως πολλοί αγνωστικιστές έχουν άποψη για επιστημονικά θέματα για τα οποία δεν είναι 100% βέβαιοι. Πολλοί αγνωστικιστές χρησιμοποιούν την έννοια του απείρου στα μαθηματικά ή την έννοια του Είναι των φυσικών πραγμάτων, χωρίς όμως να έχουν καμία απολύτως εμπειρική σχέση με το “άπειρο” ή χωρίς να έχουν έναν ορισμό του τι σημαίνει “υπάρχω”/ “είμαι”. Πολλοί αγνωστικιστές μιλάνε για το Big Bang ακόμα και αν δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης βεβαιότητας (και συνήθως αγνοώντας πως ένας ιερέας το σκέφτηκε σαν θεωρία) και ακόμα και αν η γνώση μας για το σύμπαν βρίσκεται ακόμα σε εμβρυικό επίπεδο. Ωστόσο όταν μιλάς σε έναν αγνωστικιστή σχετικά με το αν υπάρχουν λογικά επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού, απαντάει με ένα στεγνό “δεν ξέρω”. Όμως αυτό είναι περισσότερο άρνηση παρά ειλικρινής απάντηση. Η δουλειά του επιστήμονα είναι να ψάχνει τα ΠΑΝΤΑ και να προσπαθεί να βρει την αλήθεια. Το να λες “δεν ξέρω, δεν ασχολούμαι επειδή δεν έχω δεδομένα” είναι άκρως αντι-φιλοσοφικό και αντι-επιστημονικό. Δεν πρέπει να υπάρχουν όρια στο τι αναλύουμε και αναζητούμε. Δεν ισχυρίζομαι ότι όσα λέω είναι σωστά. Κάνω όμως προσπάθεια να βρω την αλήθεια, δεν παραιτούμαι με ένα απλό “Δεν ξέρω”. Σε τελική ανάλυση τι “ξέρει” κανείς για το φαινόμενο της αγάπης όταν αγαπάει; Ακόμα δεν γνωρίζουμε την τελική “αλήθεια” για τη βαρύτητα και όμως χρησιμοποιούμε τα όσα γνωρίζουμε έως τώρα μια χαρά. Κάθε “γνώση” που έχουμε αποτελείται από δεδομένα, λογική ανάλυση και ένα ποσοστό πίστης. Όταν κάνουμε ακόμα και το πιο απλό πείραμα και παρατηρούμε κάτι 1, 2 ή 10 φορές, θέλει “πίστη” για να κάνουμε τον επαγωγικό συλλογισμό ότι αυτό που παρατηρήσαμε 10 φορές ισχύει γενικά και πάντα και παντού. Όλη η επιστήμη έχει μέσα της ενσωματωμένη την πίστη του ότι αυτού του είδους η επαγωγική λογική “λειτουργεί”. Ένα αληθινός αγνωστικιστής θα έπρεπε να λέει πάντα “δεν ξέρω”. [1]

2.1 Τελικός Σκοπός

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης κάποιου όντος με μεταφυσικές ιδιότητες (ήτοι ο Θεός) είναι η ύπαρξη ενός σκοπού στη ζωή. Το επιχείρημα αυτό είναι γνωστό και σαν το επιχείρημα της “τελεολογίας”. Η ύπαρξη σκοπού είναι κάτι που είναι βαθιά εντυπωμένο μέσα στη σκέψη μας – κάθε τι που κάνουμε κάθε μέρα έχει κάποιο στόχο, ένα σκοπό [2]. Αυτός είναι και ο λόγος που κατά την προσωπική μου άποψη (και την άποψη πολλών άλλων), υπάρχει ένας ανώτερος σκοπός και στη ζωή και στην ύπαρξη μας (ύπαρξη τελεολογίας). Δεν ξέρουμε ποιος είναι αυτός ο σκοπός. Μπορεί και να μην το μάθουμε ποτέ. Ωστόσο μου φαίνεται παράλογο (με βάση την ήπια αλλά και την αυστηρή λογική μου) το κάθε τι που κάνουμε να το κάνουμε για κάποιο λόγο αλλά τελικά να μην υπάρχουμε για κανένα λόγο. Πολλά πράγματα που γνωρίζουμε και βιώνουμε καθημερινά υποδηλώνουν την ύπαρξη κάτι «ανώτερου» στη ζωή μας – το ότι είμαστε φτιαγμένοι από κάτι περισσότερο από χώμα. Όλα δείχνου πως είμαστε φωτισμένα όντα, όχι ακατέργαστη ύλη. Η επιστήμη ποτέ δε θα κατανοήσει γιατί μπορεί να κλάψουμε όταν ακούσουμε ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι (αν και μπορεί να εξηγήσει αναλυτικά τη χημεία και το μηχανισμό των δακρύων), γιατί μπορεί να αγαπάμε κάποιον τόσο πολύ που να μπορεί να δώσουμε ακόμα και τη ζωή μας για αυτόν-ην (δεν αναφέρομαι μόνο στην αγάπη της μάνας για το παιδί της, η οποία αγάπη μπορεί να εξηγηθεί ίσως και με τη θεωρία της εξέλιξης, καθώς αυτή η αγάπη παίζει ρόλο στην επιβίωση των ειδών), γιατί ο άνθρωπος δημιουργεί, γράφει ποίηση, γιατί μπορεί να δώσει κανείς τη ζωή του για «ανώτερες» ιδέες όπως η ελευθερία, γιατί οι άνθρωποι αυτοκτονούν (αν η επιβίωση σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης ήταν ο μόνος στόχος μας, τότε η αυτοκτονία θα ήταν κάτι που δε θα κάναμε ποτέ) κλπ. Η ύπαρξη κάποιου σκοπού υποδηλώνει ότι υπάρχει κάποια ανώτερη οντότητα που τον έχει εμφυσήσει στο Σύμπαν.

Το ερώτημα του σκοπού είναι πράγματι πολύ σημαντικό, ωστόσο δεν θεωρώ ότι κανένας – ούτε η επιστήμη ούτε η θρησκεία – έχει απαντήσει ποιο είναι το νόημα της ζωής με τρόπο που να ικανοποιείται η άλλη πλευρά.

Είναι σαν το ανέκδοτο με τη χελώνα: Ένας επιστήμονας μιλάει σε μια διάλεξη για τον κόσμο και το νόημα του. Ξαφνικά μια κυρία από το ακροατήριο σηκώνεται όρθια και φωνάζει «Τι χαζομάρες είναι αυτές που λέτε; Ο κόσμος είναι ένα επίπεδο το οποίο βασίζεται σε μια χελώνα»!

«Και που στηρίζεται αυτή η χελώνα;», ρωτάει ο ομιλητής.

«Μα τι ανόητη ερώτηση, φυσικά σε μια άλλη χελώνα! Και η άλλη χελώνα σε μία άλλη κ.ο.κ. σε μια άπειρη αλληλουχία από χελώνες!», συνεχίζει.

Όλοι μας, στο πλαίσιο των απόψεων μας για τη ζωή, έχουμε τη δική μας αλληλουχία με χελώνες. Και για να σταματήσει αυτή η άπειρη αλληλουχία από χελώνες, πρέπει σε κάποιο σημείο να υπάρχει μια Υπερχελώνα, η οποία να μπορεί να στηρίζεται μόνη της στο πουθενά και να στηρίζει τις άλλες.

Το πρόβλημα είναι ότι η επιστήμη και η θρησκεία έχουν τη δικιά τους Υπερχελώνα (της θρησκεία ο Θεός, της επιστήμης η Θεωρία των Πάντων, της θεωρίας της εξέλιξης το… τίποτα αφού θεωρεί ότι η τύχη εξηγεί τα πάντα) και φυσικά δεν μπορούν να πείσουν η μία την άλλη για το δίκιο τους.

Στο βιβλίο «Συμπαντικό τζακ ποτ» του Πωλ Ντέιβις, ο συγγραφέας αναλύει γιατί το σύμπαν είναι έτσι όπως είναι, ούτως ώστε να φιλοξενεί τη ζωή – γιατί οι παράμετροι του έχουν τέτοιες τιμές, που να επιτρέπουν την ανάπτυξη νοήμονος ζωής σε αυτό. Οι βασικές θεωρίες που ανέλυε ήταν οι παρακάτω.

Θεωρία 1: Ο συγγραφέας μιλούσε για την πιθανότητα να υπάρχουν άπειρα πολύ-σύμπαντα και απλώς να έχει τύχει ένα από αυτά να έχει τις σωστές παραμέτρους για την ανάπτυξη της ζωής. Αυτή η πιθανότητα χρησιμοποιείται συχνά από αθεϊστές για να πουν ότι δεν υπάρχει ανάγκη ύπαρξης ενός θεού. Ωστόσο το ίδιο ακριβώς σημείο είναι και επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης θεού: αν υπάρχουν όλα τα πιθανά σύμπαντα, τότε σίγουρα θα υπάρχει και τουλάχιστον ένα στο οποίο υπάρχει κάποιος Σχεδιαστής. Από κάπου εδώ ξεκινάει και η απόδειξη του Gödel.

Θεωρία 2: Υπάρχει μόνο ένα σύμπαν και όχι πολλά. Οι νόμοι και οι παράμετροι σε αυτό απλά έτυχε να είναι τέτοιοι ώστε να φιλοξενεί το σύμπαν ζωή. Η θεωρία αυτή κρινόταν από το συγγραφέα (αλλά και από εμένα), ως μη ικανοποιητική. Αν δεχθούμε κάτι τέτοιο, τότε δεχόμαστε ότι η ύπαρξη όλων μας, η ύπαρξη της ίδιας της λογικής μας, η ύπαρξη της επιστημοσύνης μας και της συγκροτημένης σκέψης μας βασίζονται σε κάτι παράλογο (ήτοι την τύχη όλα να είναι ακριβώς όπως πρέπει, με ακρίβεια δεκαδικού στο 100000000-στo δεκαδικό).

Θεωρία 3: Η θεωρία που τελικά προσπαθούσε να προωθήσει ο εν λόγω επιστήμονας ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία υπάρχει σκοπός στο σύμπαν και αυτός είναι η κατανόηση του. Το σύμπαν έχει – σύμφωνα με το συγγραφέα – σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί να κατανοηθεί. Και αυτός είναι ο υπέρτατος σκοπός του – η αυτό-κατανόηση του. Αυτό – ήτοι η ύπαρξη σκοπού – για εμένα σημαίνει ότι δεν είμαστε απλά δέρμα και κρέας. Ότι είμαστε κάτι ανώτερο, έχουμε κάποιο σκοπό πέραν αυτής της υλικής ζωής σε αυτό τον πλανήτη.

Ο ίδιος συγγραφέας ανέλυσε γιατί το σύμπαν μπορεί να διέπεται από τελολογία (ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει με κάποιο τελικό σκοπό). Η «τελολογία» ήταν και είναι μια λέξη ταμπού για τους επιστήμονες σήμερα. Δε δέχονται ότι υπάρχει τελολογία, ότι δηλαδή το σύμπαν μπορεί να λειτουργεί με στόχο να φτάσει κάπου – αντίθετα όλοι τους θεωρούν ότι το σύμπαν λειτουργεί όπως λειτουργεί επειδή του το υπαγορεύουν κάποιοι φυσικοί νόμοι. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το σχήμα «αίτιο-αποτέλεσμα» δεν έχει σαν προϋπόθεση το αποτέλεσμα να έπεται του αιτίου και ότι υπάρχουν πολλές δημοφιλείς θεωρίες φυσικής, οι οποίες έχουν αναφορές σε αίτια τα οποία επηρεάζουν γεγονότα του παρελθόντος.

Για παράδειγμα στην κβαντομηχανική και στο περίφημο πείραμα των δύο σχισμών, το αν θα παρατηρήσουμε ή όχι ένα ηλεκτρόνιο που έχει βληθεί από ένα ηλεκτρονιοβόλο (αλλά ΑΦΟΥ έχει βληθεί) και περνάει από μία σχισμή, επηρεάζουμε το αν αυτό το ηλεκτρόνιο θα συμπεριφερθεί σαν κύμα ή σαν σωματίδιο. Αν το παρατηρήσουμε θα συμπεριφερθεί σαν διακριτό σωματίδιο. Αν δεν το παρατηρήσουμε θα περάσει και από τις δύο σχισμές και θα συμπεριφερθεί σαν κύμα! Δηλαδή έχει παρατηρηθεί επιστημονικά μια περίπτωση όπου ένα γεγονός (η μεταγενέστερη παρατήρηση του παρατηρητή) επηρεάζει ένα άλλο γεγονός του παρελθόντος. Με τη λογική αυτή, ανοίγει ένα «παραθυράκι» για τελολογία στον κόσμο μας (όλη η πρότερη συμπεριφορά του ηλεκτρονίου καθορίζεται με βάση του αν θα το παρατηρήσουμε στη συνέχεια ή όχι, με άλλα λόγια το ηλεκτρόνιο «αποφασίζει» να συμπεριφερθεί όπως πρέπει για να φτάσει στον τελικό σκοπό του να συμπεριφερθεί σαν σωματίδιο ή σαν κύμα). Ένα παράθυρο εν πολλοίς συμβατό και με ορισμένες θρησκευτικές απόψεις που κατακρίνονται από πολλούς ως «παράλογες».

Επιπλέον, πρέπει να σημειώσουμε πως οι φυσικοί νόμοι που διέπουν το σύμπαν έχουν εγγενείς περιορισμούς. Αν και πολλοί επιστήμονες είναι υπέρ της ύπαρξης ενός «πλατωνικού» κόσμου ιδεών ο οποίος περιλαμβάνει όλους τους φυσικούς νόμους που διέπουν το σύμπαν, έχει δειχθεί ότι το σύμπαν μπορεί να χωρέσει ορισμένο πεπερασμένο αριθμό bit πληροφορίας. Εξαιτίας αυτού του περιορισμού, οι φυσικοί νόμοι δεν είναι τόσο «τέλειοι» όσο νομίζουμε. Για παράδειγμα όταν μιλάμε για τους νόμους που διέπουν τις κινήσεις των πλανητών, θεωρούμε ότι η κίνηση των πλανητών είναι απολύτως συνεχής μέσα στο διάστημα. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει: οι πλανήτες βάση των νόμων κίνησης μέσα σε βαρυτικό πεδίο δεν μπορούν να καταλήξουν σε διάστημα κίνησης μικρότερο από αυτό που επιτρέπει η συνολική υπολογιστική ισχύς του σύμπαντος (π.χ. αν η υπολογιστική ισχύς του σύμπαντος μας επιτρέπει να υπολογίσουμε τους νόμους κίνησης μέχρι το Ν-οστο δεκαδικό ψηφίο, τότε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε κίνηση σε μικρότερο διάστημα, με άλλα λόγια: η κίνηση των πλανητών δεν είναι τόσο συνεχής όσο θέλουν να νομίζουν οι οπαδοί των «τέλειων» φυσικών νόμων του πλατωνικού κόσμου). Η μη-ύπαρξη ενός πλατωνικού κόσμου με τέλειους νόμους αφήνει ένα κενό για τον άνθρωπο. Συμπαντικοί νόμοι που δεν είναι εκ των προτέρων πλήρως καθορισμένοι αλλά ίσως εν μέρει καθορίζονται από τον άνθρωπο-παρατηρητή (όπως στο παραπάνω παράδειγμα της κβαντομηχανικής). Ο κόσμος μάλλον δεν είναι τέλεια καθορισμένος και εμείς απλά ένα ασήμαντο κομμάτι του. Μάλλον χρειαζόμαστε για να βάλουμε εμείς τα κομμάτια του παζλ στη σωστή τους θέση…

Το σύμπαν ίσως έχει έναν τελικό σκοπό και με βάση αυτό το σκοπό διαμορφώνονται οι νόμοι του. Ίσως πάλι οι νόμοι αυτοί να διαμορφώνονται τη στιγμή που εμείς οι άνθρωποι τους παρατηρούμε. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι το σύμπαν φιλοξενεί ζωή και ότι εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε απλοί παρατηρητές του, φαίνεται να είναι κάτι το ουσιώδες. Είτε είμαστε μέρη ενός «αυτό-ερμηνευόμενου σύμπαντος» είτε όχι, η ουσία είναι πως η νόηση μας είναι κάτι παραπάνω από ένα άβουλο ασήμαντο κομμάτι ενός συνόλου άψυχης ύλης.

Σημειώνω ότι η τελολογία είναι ουσιαστικά ενάντια στο δαρβινισμό. Σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης, γίνονται αλλαγές – με διάφορους τρόπους – στο DNA των έμβιων όντων και στη συνέχεια επιβιώνει το ικανότερο να αλλάξει ώστε να επιβιώσει. Η φύση δε λαμβάνει υπόψη το που θέλει να φτάσει το συγκεκριμένο έμβιο ον μετά από 100 γενιές, δεν έχει έναν τελικό στόχο. Από την άλλη μεριά, ο άνθρωπος με κάθε του πράξη προσπαθεί να ξεφύγει από τα στενά όρια που του θέτει το σώμα του, θέτοντας ολοένα και υψηλότερους στόχους. Κάθε φορά που σκέφτεται, δημιουργεί, φαντάζεται, αφήνει τα όρια της κατώτερης ύλης και στοχεύει κάπου αλλού. Και αυτό δεν είναι απλά μια ιδιοτροπία κάποιων ανθρώπων, αλλά εγγενές κομμάτι της φύσης μας σαν έλλογα όντα.

Οι οπαδοί της δαρβινικής θεωρίας με αλαζονεία πιστεύουν ότι έχουν (ή ΘΑ βρουν) την απάντηση στα πάντα. Όμως έτσι πέφτουν στο ίδιο σφάλμα για το οποίο κατηγορούν την Εκκλησία: δογματισμός. Το να θεωρείς ότι η τύχη εξηγεί την ύπαρξη μας είναι από μόνο του μη-λογικό. Το ίδιο παράλογη θεωρώ όμως ότι είναι η δαρβινική θεωρία σε πολλές λεπτομέρειες της (π.χ. πως ένα σύστημα εξελίσσεται μόνο του σε κάτι πιο εξελιγμένο όταν γνωρίζουμε ότι όλα τα φυσικά συστήματα τείνουν προς καταστάσεις μεγαλύτερης εντροπίας, γιατί κανένα πείραμα σε μύγες οι οποίες υπόκεινται σε μεταλλάξεις δεν έχει ποτέ δώσει σαν αποτέλεσμα των μεταλλάξεων μια καλύτερη μύγα αλλά μόνο δύσμορφες μη-λειτουργικές μύγες; – βλ. το υπο-κεφάλαιο για τη Θεωρία της Εξέλιξης παρακάτω).

Βασικό στοιχείο του παραλόγου στη δαρβινική θεωρία θεωρώ όμως ότι είναι η βαθιά της πίστη στη μη-ύπαρξη σκοπού. Και έστω ότι όλα εξηγούνται με τη θεωρία του Δαρβίνου: μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα «γιατί υπάρχει ο μηχανισμός της εξέλιξης»; Ποια είναι η Υπερχελώνα σε αυτή την περίπτωση;

Παλιά δόγματα της επιστήμης (ότι ο χρόνος είναι συνεχής και απόλυτος, ότι το αίτιο προηγείται του αποτελέσματος) σιγά σιγά καταρρίπτονται. Οι επιστήμονες για αιώνες πίστευαν ότι ο χρόνος είναι απόλυτος χωρίς όμως να έχουν μια απόδειξη για αυτό. Απλά αυτό «πιστεύανε». Φυσικά τα περισσότερα επιστημονικά βιβλία αναφέρουν και χρησιμοποιούν τη λέξη «θεωρούσανε» αντί για «πιστεύανε» σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι οι επιστήμονες είναι κάτι το διαφορετικό από τους άλλους ανθρώπους. Και όμως η πραγματικότητα τους διαψεύδει. Για πολλά χρόνια ο Αϊνστάιν «πίστευε» ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια, αρνούμενος απτά πειραματικά δεδομένα! (και θα είναι ενδιαφέρον αν μετά από χρόνια βγει σωστός)

Έτσι και οι περισσότεροι επιστήμονες σήμερα αρνούνται την τελολογία, την ύπαρξη σκοπού, κάτι ανώτερου στη ζωή μας. Και όμως σταδιακά αρχίζουν να εμφανίζονται επιστημονικά επιχειρήματα περί του αντιθέτου. (πέραν του προφανούς επιχειρήματος που αναφέρθηκε παραπάνω: ότι κάθε μέρα προσπαθεί ο καθένας μας να βελτιωθεί και θέτει ολοένα και ανώτερους στόχους)

forest_8

2.2 Το Οντολογικό Επιχείρημα (Ontological argument)

Επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης Θεού το οποίο διατύπωσε πρώτος ο Ανσέλμιος και το βελτίωσε ο Gödel (διεθνώς ο μεγαλύτερος λογικολόγος που έχει ποτέ υπάρξει μετά το μέγα Αριστοτέλη). Βασίζεται στον ορισμό του Θεού ως “τέλειο” ον και παρατίθεται συνοπτικά παρακάτω.

Απόδειξη Ύπαρξης Θεού από τον Γκέντελ (Gödel)

Η απόδειξη ξεκινάει από τα εξής αξιώματα:

  1. Αξίωμα 1: Υπάρχουν θετικές ιδιότητες ανάμεσα σε όλες τις ιδιότητες που υπάρχουν στον κόσμο.
  2. Αξίωμα 2: Αν το Π είναι θετικό και το Π περιέχει το Ρ, τότε και το Ρ είναι θετικό.
  3. Αξίωμα 3: Αν τα Π1, Π2, … Π100 είναι θετικές ιδιότητες, τότε και η σύνθεση (Π1 και Π2 και … και Π100) είναι θετική ιδιότητα.
  4. Αξίωμα 4: Αν το Π είναι μια ιδιότητα, τότε ή το Π είναι θετική ιδιότητα ή το όχι-Π (η άρνηση του Π), αλλά όχι και τα δύο.
  5. Αξίωμα 5: Η “αναγκαστική ύπαρξη” είναι θετική ιδιότητα.

Σαν “Θεϊκό” ορίζεται ένα αντικείμενο που έχει όλες τις θετικές ιδιότητες. Η ιδιότητα του να είναι ένα αντικείμενο “Θεϊκό” είναι και αυτή μια θετική ιδιότητα.

Από τα αξιώματα 1-4 προκύπτει λογικά ότι σε κάποιον πιθανό κόσμο υπάρχει Θεός, που περιέχει δηλαδή όλες τις θετικές ιδιότητες. Αυτό αποδεικνύεται με τη βοήθεια της λογικής: από όλους τους πιθανούς άπειρους κόσμους (αναφερόμαστε τόσο σε υπαρκτούς κόσμους, όσο και σε ανύπαρκτους, οι οποίοι δεν έχουν υπάρξει ακόμα αλλά ΜΠΟΡΕΙ να υπάρξουν, είναι ΠΙΘΑΝΟ να υπάρξουν, σε κόσμους σε άλλες διαστάσεις, σε κόσμους που μοιάζουν με το σύμπαν μας, κόσμους στη φαντασία μας κλπ), λογικό είναι σε κάποιον από αυτούς να υπάρχει αυτό το πράγμα με τη θεϊκή ιδιότητα.

Ορίζουμε τώρα την έννοια της “ουσίας”: Η “Ο” είναι η ουσία ενός αντικειμένου, αν η Ο περιέχει όλες τις ιδιότητες του εν λόγω αντικειμένου.

Αν κάτι είναι θεϊκό, τότε πρέπει να περιέχει και την ιδιότητα της “αναγκαστικής ύπαρξης” (αφού και η τελευταία είναι μια θετική ιδιότητα και το θεϊκό αντικείμενο περιέχει όλες τις θετικές ιδιότητες). Αφού το θεϊκό αντικείμενο υπάρχει σε έναν κόσμο τότε – εξαιτίας του ίδιου του ορισμού της ιδιότητας της “αναγκαστικής ύπαρξης” που αυτό το αντικείμενο έχει – ένα τέτοιο θεϊκό αντικείμενο υπάρχει σε κάθε κόσμο.

Για να δείξουμε ότι αυτά τα “θεϊκά” αντικείμενα που υπάρχουν σε κάθε κόσμο είναι μοναδικά, σκεφτόμαστε ως εξής: Δύο διαφορετικά αντικείμενα δεν μπορούν να έχουν ακριβώς τις ίδιες ιδιότητες. Άρα μόνο ένα αντικείμενο σε κάθε κόσμο μπορεί να έχει την ιδιότητα της “θεϊκότητας”.

Ωστόσο ο Gödel δεν προσπάθησε να επεκτείνει την απόδειξη του στη “μοναδικότητα” του Θεού. Αρκέστηκε να δείξει με την απόδειξη του την “ύπαρξη” του Θεού. [48]

Κριτική της απόδειξης του Gödel και κριτική αυτής

Όσοι επικρίνουν την παραπάνω απόδειξη περί ύπαρξης Θεού, συνήθως αναφέρονται στο ότι ο Gödel έχει αυθαίρετα επιλέξει ορισμένα αξιώματα από τα οποία ξεκινάει την αναζήτηση του. Ωστόσο αυτό δεν είναι που κάνουν και οι μαθηματικοί όταν χτίζουν ένα σύστημα αριθμητικής ή γεωμετρίας; Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς το πόσο κριτικά μπορεί να βλέπουν ορισμένοι το επιχείρημα του Gödel για το Θεό, ενώ την ίδια στιγμή κλείνουν τα μάτια τους στο γεγονός ότι όλη η επιστήμη είναι χτισμένη πάνω σε προτάσεις των οποίων την “αλήθεια” δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να αποδείξουμε…

Και μια δικιά μου σημαντική προσθήκη που ίσως λύνει το πρόβλημα: Πολλοί κατακρίνουν την απόδειξη του Gödel λέγοντας πως έχει αυθαίρετα κατηγοριοποιήσει την ιδιότητα “υπάρχω” σαν “θετική” ιδιότητα. Εγώ λέω: Εντάξει! Έστω ότι αυτό είναι λάθος! Τότε είναι “θετικό” που πεθαίνουμε (αφού η ύπαρξη είναι μια “αρνητική” ιδιότητα) και έτσι λύνονται όλα τα φιλοσοφικά υπαρξιακά προβλήματα μας με έναν ενδιαφέροντα και διαφορετικό τρόπο!

Ο Θεός κάθεται στον ουρανό όταν εμφανίζεται ένας επιστήμονας
και του λέει “Θεέ δε σε χρειαζόμαστε πια. Τελικά η επιστήμη
βρήκε τρόπο να δημιουργήσει ζωή από το τίποτα. Με λίγα λόγια
μπορούμε τώρα να κάνουμε αυτό που έκανες εσύ στην αρχή”
“Αλήθεια; Για πες μου!” απαντά ο Θεός
“Λοιπόν, παίρνουμε καθαρό χώρα και του δίνουμε σχήμα όπως Εσύ, του
εμφυσούμε ζωή όπως Εσύ και έτοιμος ο άνθρωπος”
“Πολύ ενδιαφέρον, για δείξε μου…”
Ο επιστήμονας σκύβει τότε στο έδαφος 
και αρχίζει να σχηματίζει με χώμα ένα ανθρώπινο σώμα.
“Όχι, όχι” λέει τότε ο Θεός “βάλε δικό σου χώμα!”

2.3 Το επιχείρημα της Πρώτης Αιτίας (First Cause)

Έστω ότι υπάρχει αιτιότητα στο σύμπαν, δηλαδή το κάθε τι έχει μια αιτία. Η Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang) πρέπει να είχε μια αιτία, αυτή η αιτία μια άλλη αιτία κ.ο.κ. Όμως δεν είναι λογικό το να υπάρχει μια άπειρη αλληλουχία από αιτίες διότι τότε θα καταρριπτόταν η ίδια η ύπαρξη της αιτιότητας: αν συνέβαινε κάτι τέτοιο όλα τα πράγματα θα είχαν μια αιτία εκτός από το Σύμπαν! Για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της αιτιότητας και να μην πρέπει να αναζητήσουμε και την αιτία της «πρώτης αιτίας» μόνο μια δυνατότητα υπάρχει: η πρώτη αιτία να είναι ένα ανώτερο ον εκτός χρόνου και χώρου (ο Θεός). Με άλλα λόγια, αν υπάρχει αιτιότητα στο Σύμπαν τότε πρέπει να υπήρξε μια πρώτη αιτία. Το επιχείρημα αυτό το είχε πρώτος θέσει ο Αριστοτέλης διατυπώνοντας την ανάγκη υπάρξεως ενός “πρώτου κινούν”. Και ας θυμηθούμε όλοι ότι ο Αριστοτέλης δεν ήταν Χριστιανός ούτε “τυφλωμένος” από κανένα θρησκευτικό δόγμα. (τα πρώτα χρόνια της θρησκεία του Χριστιανισμού, η φιλοσοφία του βρισκόταν σε ένα συνεχή και γόνιμο διάλογο με την ελληνιστική φιλοσοφία, κάτι που πολλοί θέλουν να αγνοούν)

READ ALSO:
Islam. Christianity. Atheism. Violence.

Επί του προκείμενου: βλέπω το ποτήρι να πέφτει, αναζητώ την αρχική του αιτία που είναι το γεγονός ότι το άφησα να πέσει, πάω πιο πίσω και αναζητώ το νόμο της βαρύτητας, πάω πιο πίσω και αναζητώ την αιτία αυτού του νόμου κ.ο.κ. Με αυτή τη συλλογιστική καταλήγω σε μια άπειρη σειρά από αιτίες. Στο σημείο αυτό είναι και μία από τις άπειρες διαφορές μας: Η δική μου «ήπια» λογική (ήτοι όχι η αυστηρή μαθηματική) μου λέει ότι υπάρχει κάποια Πρώτη Αιτία. Ένα σύμπαν χωρίς αιτία ύπαρξης για εμένα είναι κάτι το μη-λογικό, το μη-κατανοητό. Δε γίνεται (σύμφωνα με τη δική μου λογική) το σύμπαν να μην έχει αιτία ύπαρξης. Και αυτό διότι η αιτιότητα είναι κάτι που βλέπω μπροστά μου κάθε μέρα, οπότε δεν μπορώ να αρνηθώ την ύπαρξη της στην περίπτωση ολόκληρου του κόσμου!

Αν το σύμπαν δεν έχει πρώτη αιτία, τότε τίποτα δεν έχει αιτία. Όταν κάποιος λέει ότι το ποτήρι πέφτει, τον ρωτάω γιατί. Αν απαντήσει «εξαιτίας της βαρύτητας» θα έχει «κλέψει». Δε θα μου έχει πει την πραγματική αιτία, θα μου έχει πει την πιο κοντινή-άμεση αιτία (η οποία όλως τυχαίως είναι και η μόνη που γνωρίζει), αλλά όχι ΤΗΝ αιτία. Αποφασίζει να σταματήσει την αλληλουχία των γεγονότων/ αιτιών εκεί που τον βολεύει, αγνοώντας ότι πρέπει να μου πεις και ποια είναι η αιτία της βαρύτητας, ποια η αιτία αυτής της αιτίας κ.ο.κ. Αν δε φτάσει πουθενά, τότε δε θα μπορέσει και να μου πει τελικά ποια είναι η «αιτία»! Για εμένα ένα γεγονός που δεν ξεκίνησε (με το «ξεκίνησε» εδώ εννοώ το ουσιαστικό «πρώτο» ξεκίνημα) από «κάπου», δε βγάζει νόημα. Ή με άλλα λόγια: Ο κάθε λογικός άνθρωπος βγάζει «νόημα» από γεγονότα που βλέπει, βρίσκοντας το αρχικό (πρότερο) γεγονός που τα προκάλεσε. Αν δεν έβρισκε αυτό το γεγονός, τότε δε θα θεωρούσε ότι γνωρίζεις την «αιτία» σωστά; Η «λογική» μας ικανοποιείται όταν βρούμε το γεγονός που έχει προηγηθεί του γεγονότος που εξετάζουμε, σαν να έχουμε βρει τη λύση ενός γρίφου. Ωστόσο σπάνια (ουσιαστικά ποτέ) σκεφτόμαστε την άπειρη αλληλουχία αιτιών που προαναφέρθηκαν.

Το επιχείρημα της “Πρώτης Αιτίας” έχει εν συντομία ως εξής:

  1. Η αιτία ύπαρξης ενός πράγματος μπορεί να βρίσκεται εκτός του (οπότε μιλάμε για «πιθανά» πράγματα) ή εντός του (οπότε μιλάμε για «αυθύπαρκτα» πράγματα). Ένα παιδί είναι ένα «πιθανό» πράγμα: απαιτεί μία αιτία εκτός του (ήτοι τους γονείς του) για να υπάρξει. Ο Θεός (όπως τον ορίζουν οι θρησκείες) ή το σύμπαν που υπάρχει από πάντα (όπως το ορίζει ο Ηράκλειτος) αποτελούν πράγματα «αυθύπαρκτα» (ήτοι περιέχουν μέσα τους την αιτία ύπαρξης τους).
  2. Κάτι μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει. Κάτι υπάρχει μόνο αν υπάρχει επαρκής λόγος (sufficient reason) να υπάρξει. Μόνο έτσι αιτιολογείται η «προτίμηση» της ύπαρξης αντί της μη-ύπαρξης. Το παιδί μπορεί να υπάρχει, μπορεί και να μην υπάρχει. Αν υπάρχει, απαιτείται επαρκής λόγος ύπαρξης που να το δικαιολογεί: η επιθυμία των γονιών του να κάνουν παιδί και η ίδια η πράξη των γονιών του να κάνουν παιδιά, η τεκνοποιΐα.
  3. (1) + (2) => Το σύμπαν χρειάζεται μια αιτία ύπαρξης.
  4. Από το «τίποτα» δεν μπορεί να δημιουργηθεί «κάτι». Αν κάποια στιγμή (π.χ. πριν τη Μεγάλη Έκρηξη) δεν υπήρχε τίποτε, τότε δε θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα ούτε τώρα. Άρα το σύμπαν είτε υπήρχε από πάντα είτε δημιουργήθηκε κάποια «στιγμή».
  5. Αν το σύμπαν υπήρχε από πάντα, δε χρειάζεται να έχει αιτία ύπαρξης εκτός του – είναι αυθύπαρκτο. Ειδάλλως απαιτεί μια «εξωτερική» αιτία ύπαρξης.
  6. Όλα τα πράγματα που βλέπουμε γύρω μας είναι «πιθανά» (ήτοι απαιτούν μία αιτία που να βρίσκεται «εκτός» τους) και υπάρχουν εξαιτίας κάποιων άλλων τα οποία τα ονομάζουμε «αιτίες». Π.χ. εγώ υπάρχω εξαιτίας των γονιών μου. Αυτό το κείμενο υπάρχει επειδή εγώ το έγραψα. Η ύπαρξη ενός πράγματος δηλώνει την ύπαρξη και της σχετικής αιτίας ύπαρξης.
  7. Το σύμπαν υπάρχει και είναι το σύνολο όλων των πραγμάτων που υπάρχουν.
  8. (6) + (7) => Το σύμπαν είναι «πιθανό», ήτοι χρειάζεται μια αιτία ύπαρξης που να βρίσκεται εκτός του. Την αιτία αυτή την οποία ονομάζω «Πρώτη Αιτία».
  9. Κάθε τι έχει μια αιτία. Άρα και η πρώτη αιτία πρέπει να έχει μια αιτία.
  10. Αν η πρώτη αιτία έχει μια άλλη εξωτερική αιτία, τότε καταλήγουμε σε μια άπειρη σειρά από αιτίες => Δεν υπάρχει πρώτη αιτία.
  11. Το συμπέρασμα (10) είναι άτοπο, αφού έρχεται σε αντίθεση με το (8).
  12. (8) + (11) => Η πρώτη αιτία δεν απαιτεί εξωτερική αιτία ύπαρξης. Είναι «αναγκαίως» υπαρκτή, περιέχει μέσα της την αιτία ύπαρξης της, είναι αυθύπαρκτη.

Αν σκεφτόμασταν τις επιπτώσεις του ότι «κάθε τι έχει μια αιτία», τότε θα καταλήγαμε σε ένα άτοπο: δε θα μπορούσαμε να βρούμε την «πρώτη» αιτία κανενός γεγονότος. Για να υπάρχουν λοιπόν όλα όσα βλέπουμε καθημερινά, πρέπει να υπάρχει ένα “κάτι” με μια ιδιαίτερη ιδιότητα: πρέπει να υπάρχει κάτι που να μη χρειάζεται αιτία ύπαρξης, το οποίο να παίξει το ρόλο της “πρώτης αιτίας”. Αυτό το «κάτι» (ας μην το ονομάσουμε Θεό, μια και η λέξη αυτή είναι ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά) είναι που θα δίνει και υπόσταση στα πάντα μέσα στο σύμπαν.

Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλοί εμπειριστές και άθεοι δέχονται ότι «μόνο ένα θαύμα υπάρχει»: το ότι ο κόσμος είναι κατανοητός από το ανθρώπινο μυαλό. Κατανοητός για τον επιστήμονα σημαίνει «γνωρίζω την αιτία». Σύμφωνα με τα παραπάνω αγνοούμε την πραγματική (πρώτη) αιτία που πέφτει το ποτήρι. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει; Ή μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε μέσω εμπειρίας, αλλά μόνο μέσω της λογικής μας; Ο συλλογισμός: «Ο κόσμος είναι κατανοητός» => «Αν δε γνωρίζουμε την αιτία ενός γεγονότος δεν το έχουμε κατανοήσει» => «Αν δεν υπάρχει Πρώτη Αιτία τότε τίποτα δε θα έχει αιτία» => «Ο κόσμος δε θα είναι κατανοητός» καταδεικνύει αυτό το θέμα. Πολλοί (των εμπειριστών συμπεριλαμβανομένων), αν και δε γνωρίζουν την Πρώτη Αιτία, επιμένουν να πιστεύουν μέσα τους ότι ο κόσμος είναι κατανοητός. Αυτό συμβαίνει επειδή το ότι ο κόσμος είναι κατανοητός αποτελεί για αυτούς μια a priori αλήθεια. Οι άνθρωποι αυτοί επιλέγουν συνειδητά να αγνοήσουν την προαναφερθείσα άπειρη αλληλουχία των αιτιών, μόνο και μόνο επειδή αν δεν το κάνουν αυτό φοβούνται πως θα οδηγηθούν σε μονοπάτια που δεν θέλουν να πάρουν. Πίσω από κάθε απόφαση μας δεχθούμε ή όχι κάποιες παραδοχές βρίσκεται εν τέλει η προσωπική μας πίστη. Αυτό όμως ακούγεται (και είναι) λίγο “μεταφυσικό”. Όλα καταλήγουν (και ξεκινάνε) στο Θεό. Η πίστη μας σε Αυτόν είναι που καθορίζει τι αξιώματα θα επιλέξουμε. Αν κανείς πιστεύει στο τίποτα (ως δημιουργό των πάντων) τότε είναι λογικό να καταλήξει στο τίποτα σαν αποτέλεσμα.

Κριτική του επιχειρήματος της Πρώτης Αιτίας και κριτική αυτής

Το επιχείρημα της Πρώτης Αιτίας είναι από τα πλέον καλά διατυπωμένα και πλέον γνωστά. Οι κατά καιρούς άθεοι στην αγωνιώδη προσπάθεια τους να το πολεμήσουν έχουν φτάσει μέχρις στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη αιτιότητας στο σύμπαν! Μερικοί λένε “τι μας λέει ότι υπάρχει αιτιότητα στο σύμπαν; γιατί να μην υπάρχουν άπειρες αιτίες;”, αγνοώντας προφανώς ότι η αιτιότητα είναι στην ουσία το θεμέλιο όλης της επιστήμης. Μερικοί άλλοι λένε “σε κβαντικό επίπεδο δεν ισχύει η αιτιότητα”, αγνοώντας προφανώς ότι ακόμα και στο ακόμα-υπό-διερεύνηση πεδίο της κβαντομηχανικής οι περισσότεροι γνωστοί επιστήμονες τάσσονται υπέρ μιας ερμηνείας ντετερμινιστικής (ήτοι που περιέχει την έννοια της αιτιότητας). [3] Και αγνοώντας πως η τυχαιότητα σε κβαντικό επίπεδο σημαίνει μη-αιτιότητα σε μακροσκοπικό επίπεδο, αφού τα μακροσκοπικά φαινόμενα είναι αποτέλεσμα πολλών κβαντικών! Υπενθυμίζω ότι το σημαντικό σημείο εδώ δεν είναι το αν υπάρχει αιτιότητα ή αν το επιχείρημα μπορεί να τους πείσει όλους. Το βασικό σημείο που πρέπει να επισημανθεί εδώ είναι το ότι ο χώρος του μεταφυσικού μπορεί να αναλυθεί με τον ανθρώπινο νου, να γίνει αντικείμενο εξέτασης της λογικής μας. Και το ακόμα πιο βασικό είναι το ότι πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε πως μεταξύ του επιχειρήματος “όλα έχουν γίνει τυχαία” και του επιχειρήματος “υπάρχει μια αιτία”, το πρώτο είναι αυτό που θέλει στήριξη περισσότερο από το άλλο.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως για το τάδε ή το δείνα μεταφυσικό ή φιλοσοφικό θέμα ισχύει κάτι πέραν πάσης αμφιβολίας. Απλά είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η «βεβαιότητα» που μερικοί ισχυρίζονται ότι ισχύει για τη μη-ύπαρξη του Θεού (η οποία υποκρύπτει την πίστη στο μηδέν ως δημιουργό του κόσμου, μαζί με την τύχη βέβαια) δεν έχει καμία διαφορά από τη «βεβαιότητα» με την οποία ορισμένοι άλλοι ισχυρίζονται (πάλι με επιχειρήματα) πως υπάρχει Θεός (ήτοι ότι το σύμπαν έχει μια αιτία). Αν δεν υπάρχει αιτιότητα, αυτό δεν αλλάζει κάτι στην ουσία. Πάλι θα  ρωτούσα «γιατί υπάρχει κάτι, αντί να υπάρχει τίποτα», ερώτημα το οποίο είναι εκτός της λογικής της «ύπαρξης μιας αλυσίδας αιτίων». Αν όμως δεν υπάρχει αιτιότητα, θα πρέπει όσοι πιστεύουν στον επιστημονισμό να εξηγήσουν απείρως περισσότερα πράγματα για το πώς λειτουργεί η όλη λογική τους του «ψάχνω να βρω αίτια γιατί πέφτει το ποτήρι».

Το ξυράφι του Όκκαμ φαίνεται ότι κόβει πολύ, ειδικά τις αυθαίρετες απόψεις περί δημιουργίας χωρίς δημιουργό.

“A priori” και “a posteriori” γνώση

Ο εμπειριστής είναι κάποιος που πιστεύει πως η μόνη πηγή της γνώσης είναι η εμπειρία, μη-δεχόμενος ότι μπορεί να υπάρχει γνώση άλλη εκτός από την a posteriori γνώση. Πρέπει λοιπόν να ψάξουμε να δούμε αν μπορεί να υπάρξει a priori γνώση οποιασδήποτε μορφής, ήτοι γνώση που δεν εξαρτάται από την εμπειρία μας τη σημερινή, τη χθεσινή ή την αυριανή. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, μερικά παραδείγματα τέτοιου είδους γνώσης μπορούν σχετικά εύκολα να βρεθούν. Για παράδειγμα η γνώση «1 = 1» είναι ένα είδος a priori γνώσης; Σε εμένα μου φαίνεται πως ναι. Η γνώση «Αν Α αληθές και Α συνεπάγεται το Β, τότε Β αληθές» θα μπορούσε επίσης να είναι και αυτή μία ακόμα a priori γνώση. Η γνώση αυτή δεν εξαρτάται από κανενός είδους εμπειρία. (ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, σε κάθε περίπτωση ακόμα και τα πλέον προφανή θα δεχόμαστε ως αξιωματα) Συνεχίζω με ένα τελευταίο παράδειγμα: Όταν βλέπουμε κάτι, το μετράμε και βγάζουμε επιστημονικά συμπεράσματα, χρησιμοποιούμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε την έννοια της «ποσότητας». Όσο και αν το πράγμα που μετράμε το βλέπουμε με τις αισθήσεις μας, η έννοια της «ποσότητας» είναι μία έννοια που διαθέτουμε «μέσα μας» από «πριν».

Τα παραπάνω παραδείγματα είναι του Καντ και δείχνουν με καλό και απλό τρόπο ένα πράγμα: ότι ορισμένα πράγματα φαίνεται να τα «ξέρουμε» πριν και ανεξάρτητα κάθε εμπειρίας. [4][5]

forest_9

The sense of the world must lie outside the world. In the world
everything is as it is, and everything happens as it does happen: in it no
value exists–and if it did exist, it would have no value. If there is any
value that does have value, it must lie outside the whole sphere of what
happens and is the case. For all that happens and is the case is
accidental. What makes it non-accidental cannot lie within the world, since
if it did it would itself be accidental. It must lie outside the world.

~ Lugwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus

Η μετάθεση των προβλημάτων δεν τα λύνει.

Ορισμένοι εμπειριστές διατείνονται ότι η ανθρώπινη “γνώση” είναι στην πραγματικότητα γνώση που είχαν οι πρόγονοι μας και η οποία έχει περάσει σε εμάς κωδικοποιημένη μέσα στο γονιδίωμα μας. Όμως αυτή η απόπειρα υλιστικής εξήγησης μέσω της Θεωρίας της Εξέλιξης, ακόμα και αν ίσχυε, δε λύνει το πρόβλημα: απλά το μεταθέτει. Το ερώτημα απλά μετατρέπεται σε “πως ο πρώτος άνθρωπος ήξερε την έννοια της ποσότητας για να αρχίσει να μετράει;”. Έτσι είναι αδύνατον να “ξεφύγει” κανείς από την έννοια της “πρώτης αιτίας”.

Η εξήγηση «είναι ενσωματωμένο στο γονιδίωμα μας» εμένα προσωπικά δε με ικανοποιεί όπως δε με ικανοποιεί και η εξήγηση «το ποτήρι πέφτει εξαιτίας της βαρύτητας» (βλ. πιο πάνω). Θεωρώ ότι όταν δίνει κανείς τέτοιες «απαντήσεις» στην ουσία το μόνο που κάνει είναι να μεταθέτει την ερώτηση ένα βήμα πιο πίσω, αλλά όχι να την απαντά. Εγώ θέλω να μάθω και την αιτία αυτής της αιτίας, και την αιτία της προηγούμενης αιτίας κ.ο.κ. Αν δεν τα έχω, θεωρώ ότι δεν έχω πάρει απάντηση. Είναι σαν να ρωτάω «γιατί πέθανε αυτός;» και εσύ να απαντάς «γιατί σταμάτησε να λειτουργεί ο εγκέφαλος του». Δε μου αρκεί. Θέλω να μάθω και ποιος τον πυροβόλησε, γιατί τον πυροβόλησε κλπ…

Δε θεωρώ ότι εγώ έχω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα της «πρώτης αιτίας». Το μόνο που έχω είναι υποθέσεις. Και φτάνω στο σοβαρό ζήτημα που θέτει ένας αγνωστικιστής,  ο οποίος θεωρεί ότι όλα αυτά τα ζητήματα δεν είναι άξια ανάλυσης ή το ερώτημα, που θέτει ένας εμπειριστής πως όλα αυτά που δε βλέπουμε με την εμπειρία μας δεν είναι σημαντικά. Για εμένα είναι: όλα αυτά τα θέματα που έχουμε θέσει έχουν σχέση με τη λογική μας, την «πραγματικότητα» και αν αυτή υπάρχει, τον τρόπο που ερμηνεύουμε τον κόσμο, τις έννοιες που χρησιμοποιούμε για αυτή την ερμηνεία, κλπ. Σχετίζονται δηλαδή άμεσα με κρίσιμα ζητήματα που έχουν σχέση με την ίδια μας την ύπαρξη. Το να λες «το ποια είναι η πρώτη αιτία ή το αν δεν υπάρχει καν πρώτη αιτία δε με αφορά» δεν είναι «επιστημονικό» διότι ο επιστήμονας αυτό που πάντα κάνει είναι να προσπαθεί να μάθει κάτι για πράγματα για τα οποία δε γνωρίζει τίποτα. Αν καταφέραμε να «τιθασεύσουμε» την έννοια του απείρου στα μαθηματικά, τότε τι μας εμποδίζει από το να συζητήσουμε και για την «πρώτη αιτία» και να τιθασεύσουμε και αυτή; Με ποια άλλωστε εμπειρία μας μπορεί να συνδέεται η έννοια του «απείρου», από τη στιγμή που οι αισθήσεις μας (άρα και οι εμπειρίες μας) είναι πεπερασμένες; Αναλογικά, η μεταφυσική έννοια της «πρώτης αιτίας» έχει άμεση σχέση με τα όσα ζούμε και πρέπει να ενδιαφέρουν κάθε φιλόσοφο (ευτυχώς, ενδιαφέρουν πολλούς). Άλλωστε οι φιλόσοφοι ανέκαθεν ασχολούνταν με την έννοια της ύπαρξης μας και αν αυτή η έννοια έχει σχέση με «μεταφυσικές» έννοιες όπως η «πρώτη αιτία» ή η «καμία αιτία» τότε η μεταφυσική πρέπει να αποτελεί θέμα ανάλυσης.

Η φιλοσοφία και το “Είναι”

Συμπερασματικά, όλη η φιλοσοφία έχει βασιστεί στη βασική ερώτηση που προβλημάτισε τον Χάιντεγκερ (Heidegger) τόσο πολύ: τι είναι το “Είναι”; Η ερώτηση του τι είναι η πραγματικότητα αποτελεί την ερώτηση που ενέπνευσε τον Πλάτωνα για τον κόσμο των Ιδεών του, τον Αριστοτέλη για το Ακίνητο Κινούν του ή τον Ντεκάρτ (Descartes) στην αναζήτηση του για τη φύση του εαυτού μας. Όλη η φιλοσοφία βασίζεται σε αυτή την ερώτηση. Και ο Χάιντεγκερ είχε δίκιο που έλεγε πως ξεχάσαμε πόσο σημαντική είναι [7]. Όλοι οι τομείς της επιστήμης αποτελούν στην ουσία αποτυχημένες προσπάθειες να ξεφύγουμε από τη δυσκολία αυτής της ερώτησης μετατρέποντας την σε πολλές άλλες μικρότερες. Ωστόσο το γεγονός ότι έχουμε “σπάσει” τη θεμελιώδη ερώτηση της ύπαρξης σε μικρότερες δε σημαίνει ότι έχουμε κάνει κάποια πρόοδο. Αντιθέτως, έχουμε μάλιστα ξεχάσει τη σημαντικότητα της ίδιας της ερώτησης! Το “Είναι” είναι κάτι που δεν μπορούμε να ορίσουμε – τουλάχιστον όχι εύκολα και με τα γλωσσικά εργαλεία που διαθέτουμε. Ο Χάιντεγκερ προσπάθησε (μέσω μιας ετυμολογικής ανάλυσης της χρήσης της λέξης “ον” από τους προ-Σωκρατικούς) αλλά απέτυχε. Ωστόσο κατόρθωσε να δείξει ορισμένες από τις ιδιότητες του – ορισμένες από τις οποίες παραπέμπουν έντονα σε θρησκευτικές ή μυστικιστικές αλήθειες.

Το “Είναι” δεν είναι. Η έννοια του “Είναι” έχει υπόσταση και νόημα μόνο σαν μέρος ενός πράγματος που “είναι”. Έτσι ένα τραπέζι είναι, ένα μήλο είναι, αλλά το “Είναι” δεν είναι από μόνο του. Αν το “Είναι” (σαν απαρέμφατο) ήταν, τότε θα αποτελούσε και αυτό ένα “ον”. Με αυτή την έννοια το “Είναι” εμπεριέχει την έννοια του “μη-Είναι” μέσα του. [8] Ακόμα και η πιο λεπτομερής επιστημονική ανάλυση ενός πίνακα δεν μπορεί να μας πει κάτι ουσιαστικό για το “Είναι” του αντικειμένου που απεικονίζει. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι μπορούμε να δούμε κάτι “παραπάνω” από το απλό άθροισμα της μπογιάς και των χρωμάτων στον καμβά. Όταν βλέπουμε έναν πίνακα βλέπουμε το “Είναι” αυτού που έχει ζωγραφιστεί. Κατά μία έννοια η ταυτολογία “αυτό που είναι είναι” (όπως το “Εγώ ειμί ο ων”) είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουμε για να περιγράψουμε τα πράγματα που είναι γύρω μας. (η ταυτολογία και η αυτοαναφορά κρύβονται πίσω από τα μεγαλύτερα παράδοξα των μαθηματικών, αλλά και πίσω από την ίδια τη συνειδητή φύση μας) Και είναι επίσης πολύ σημαντικό να πούμε ότι “υπάρχω” δεν είναι το ίδιο με το “Είναι”. Ο άνθρωπος “είναι” γιατί “υπάρχει”. Το “exist” (υπάρχω) στα αγγλικά προέρχεται από το εξ-ίσταμαι, που σημαίνει “υπάρχω εκτός”. Έτσι ο άνθρωπος “Είναι” επειδή μπορεί να στέκεται εκτός του εαυτού του και να ατενίζει κατάματα την ερώτηση του τι σημαίνει η ίδια του η ύπαρξη. Υπάρχουμε υπό της αρχής (υπ-άρχω) η οποία μας δίνει υπόσταση και εξαιτίας της οποίας Είμαστε. Το ποια είναι αυτή η αρχή, είναι κάτι που ο καθένας μας οφείλει να ψάξει να βρει.

2.4 Το επιχείρημα του Σχεδιασμού

Όλες οι παράμετροι του Σύμπαντος έχουν τις τιμές εκείνες που χρειάζεται να έχουν για να μπορεί το σύμπαν να φιλοξενεί ζωή. Αν η κοσμολογική σταθερά, η σταθερά της βαρύτητας ή η τιμή του φορτίου του ηλεκτρονίου άλλαζαν έστω και στο 100,000,000-στο δεκαδικό ψηφίο τους, τότε το Σύμπαν δε θα μπορούσε να υποστηρίξει τη ζωή. Το να υποστηρίξει κανείς ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της τύχης είναι λιγότερο επιστημονικό από το να πει ότι το σύμπαν είναι σχεδιασμένο για ζωή. Αυτός ο σχεδιασμός πρέπει να έχει γίνει από κάτι “ανώτερο”, από κάποιο Θεό. Ένα ενδιαφέρον επιχείρημα που βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα.  Η σημερινή κοσμολογία είναι η σύγχρονη θεολογία.

2.5 Λοιπά επιχειρήματα

Η ύπαρξη αυτού που αποκαλούμε “ελεύθερη βούληση” μπορεί επίσης να αποτελέσει ένα επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης Θεού. Αυτά που γράφω αυτή τη στιγμή έχουν προκαθοριστεί; Ή ξαφνικά “αποφάσισα” να τα γράψω; Θέλω να πιστεύω το δεύτερο. Όταν κάποιος φονεύει κάποιον άλλον το κάνει επειδή το αποφάσισε ή επειδή ήταν προκαθορισμένο από πριν να τον σκοτώσει; Ο Χίτλερ φταίει που σκότωσε τόσους ανθρώπους ή δε φταίει επειδή ήταν προκαθορισμένο από το σύμπαν να το κάνει; Η ποινική μας δικαιοσύνη πιστεύει το πρώτο. Κάποιος είναι άθεος επειδή έτσι είναι προκαθορισμένο να σκέφτεται ή επειδή έτσι αποφάσισε με το δικό του μυαλό να σκέφτεται; Οι άθεοι θέλουν να πιστεύουν το δεύτερο. Κάποιος συγγραφέας δημιουργεί ένα αριστούργημα που σκέφτηκε ή απλά καταγράφει σε ένα χαρτί σκέψεις στο μυαλό του ήδη καθορισμένες από την πρώτη στιγμή δημιουργίας του σύμπαντος; Όλοι μας που τον διαβάζουμε θέλουμε να πιστεύουμε το πρώτο. Κάποιος είναι ορθολογιστής επειδή είναι η μοίρα του να σκέφτεται έτσι ή επειδή έτσι σκέφτηκε ο ίδιος; Θέλει να πιστεύει το δεύτερο… Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του ακριβώς επειδή αυτές είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης του βούλησης. Στο κρίσιμο ερώτημα του αν υπάρχει ελεύθερη βούληση, όλοι οι άνθρωποι απαντάνε με μια φωνή “ναι”. Έτσι πιστεύουμε. Δύσκολα όμως το αποδεικνύουμε. Μήπως όμως αυτό που αισθανόμαστε είναι και η μόνη απόδειξη που χρειάζεται; (αν τα μαθηματικά δεν αποδεικνύουν ποτέ τίποτα – βλ. Gödel – τότε ίσως πρέπει να αναζητήσουμε την απόδειξη στη μη-απόδειξη)

Το θέμα είναι μεγαλύτερο από ό,τι φαίνεται. Και αυτό που λίγοι (ακόμα και άθεοι) έχουν αναρωτηθεί είναι το ποιες είναι οι επιπτώσεις της ύπαρξης τελικά “ελεύθερης βούλησης”. Σε ένα σύμπαν όπου όλα καθορίζονται από καθολικούς φυσικούς νόμους, η ελεύθερη βούληση δεν μπορεί να υπάρχει. Για να υπάρξει πρέπει να αρύεται την ίδια της την ύπαρξη από κάτι “εκτός” του σύμπαντος κόσμου, από κάτι που δεν ανήκει στο σύστημα του κόσμου τούτου και κατά συνέπεια δεν υπακούει στη λογική “αρχικές συνθήκες + φυσικοί νόμοι => καθορισμός μελλοντικής συμπεριφοράς”. Για να υπάρξει “ελεύθερη βούληση” πρέπει να υπάρχει κάτι που δεν υπακούει στους φυσικούς νόμους που κάνουν τα πάντα προβλέψιμα. Η ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης ανοίγει το δρόμο για την παραδοχή της ύπαρξης αυτού που συχνά αποκαλείται “Θεός” (ο οποίος σαν η “πρώτη αναίτια αιτία” μπορεί να εμφυσήσει ελεύθερη βούληση).

Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος μπορεί να δώσει τη ζωή του ή να αυτοκτονήσει για κάποιες “ανώτερες” αξίες (όπως π.χ. η ελευθερία του λόγου), αποτελεί επίσης ένα ισχυρό επιχείρημα. Αν όλα τελείωναν με το φυσικό θάνατο, τότε κανένας δε θα θυσίαζε τη ζωή του για να σώσει κάποιον άγνωστο και κανένας δεν θα έκανε ποτέ αλτρουιστικές πράξεις. Η θυσία της ζωής για κάτι άλλο, δείχνει πως η ζωή ίσως δεν είναι το ύψιστο αγαθό. Ίσως ισχύει αυτό που είχε πει ο Ρίλκε (Rainer Maria Rilke): Ο σκοπός της ζωής είναι να κατατροπωθεί από μεγαλύτερα πράγματα.

2.6 Συμπερασματικά σχόλια

Τα παραπάνω δεν έχουν στόχο να αποδείξουν πέραν πάσης αμφιβολίας κάτι. Έχουν όμως σαν στόχο να δείξουν ότι η ύπαρξη του Θεού μπορεί να αποδειχθεί και λογικά. Το αν κάποιος δέχεται αυτή τη λογική ή όχι είναι ένα άλλο ζήτημα. Σίγουρα σε κάθε επιχείρημα υπάρχει και αντεπιχείρημα. Η ουσία είναι όμως ότι οι θεϊστές έχουν και αυτοί τα επιχειρήματα τους. Και σίγουρα ο συλλογισμός που δε δέχεται την ύπαρξη μιας Πρώτης Αιτίας είναι σαφώς πιο προβληματικός από το συλλογισμό που λέει ότι υπάρχει μία τέτοια αρχική αιτία για το σύμπαν και όλα όσα βλέπουμε…

Εν τέλει, ο συλλογισμός “Όλα υπάρχουν χωρίς λόγο και έγιναν στην τύχη” χρήζει πολύ περισσότερων εξηγήσεων από το συλλογισμό “Υπάρχει μια πρώτη αιτία”

When the answer cannot be put into words, neither can the question be
put into words. The riddle does not exist. 
If a question can be framed at all, it is also possible to answer it. Skepticism is not irrefutable, but obviously nonsensical, when it
tries to raise doubts where no questions can be asked. For doubt can exist
only where a question exists, a question only where an answer exists, and
an answer only where something can be said.
~ LugwigWittgenstein, TractatusLogicoPhilosophicus

3. Αντιδράσεις στις ενδείξεις και τα λογικά επιχειρήματα

Πριν κάποιος πει ότι όλα τα παραπάνω είναι απλές ενδείξεις και όχι «απτές αποδείξεις», πρέπει να γνωρίζει το εξής: Πρώτον, ποτέ δεν αποδεικνύεται τίποτα. Η επιστήμη παλιά είχε τέτοιες φιλοδοξίες αλλά ήρθε μια φορά και έναν καιρό ένας καλός άνθρωπος και απέδειξε πως τίποτα δεν αποδεικνύεται όπως πιστεύαμε. Άρα η πίστη ότι η επιστήμη μπορεί να αποδείξει κάτι είναι αυτό ακριβώς: πίστη και μάλιστα εντελώς παράλογη (αφού έχει ήδη αποδειχθεί το αντίθετο). Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, στα θέματα που σχετίζονται με μεταφυσικά ερωτήματα δεν μπορούμε να έχουμε μετρήσιμες «απτές» φορμαλιστικές αποδείξεις (όπως π.χ. έχουμε όταν μετράμε την επιτάχυνση ενός σώματος στο βαρυτικό πεδίο της Γης και καταλήγουμε στο νόμο της βαρύτητας – οπού και πάλι βέβαια αυτά τα στοιχεία μας δείχνουν το δρόμο προς τη δημιουργία ενός μοντέλου και όχι προς κάποια «αλήθεια»). Το μόνο που διαθέτουμε είναι κάποια δεδομένα (όπως στην περίπτωση των παραμέτρων του σύμπαντος που έχουν την τιμή που χρειάζεται για να υποστηρίζει ζωή), και λογικά επιχειρήματα (όχι όμως “αυστηρής” μαθηματικής λογικής), όπως όλα όσα προανέφερα στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ο τομέας της μεταφυσικής μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε μόνο τέτοια στοιχεία και από τη στιγμή που έχουμε μόνο τέτοιου είδους στοιχεία και εργαλεία και σε αυτά πρέπει να βασιστούμε. Όλες οι προαναφερθείσες ενδείξεις και τα λογικά επιχειρήματα δείχνουν ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από το φαΐ και τις υλικές απολαύσεις στη ζωή μας. Κάτι «ανώτερο». Αντίθετα, όσοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος σκοπός στη ζωή, δεν έχουν ούτε καν τέτοιες άυλες αποδείξεις. Δεν έχουν καμία ένδειξη, ούτε κάποιο λογικό επιχείρημα. Απλά πιστεύουν ότι όλα έγιναν στην τύχη από το τίποτα και χωρίς λόγο (και αυτό τους οδηγεί στο «λογικό» συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει Θεός – είναι λάθος αυτό που πιστεύουν πολλοί, ότι η θέση περί ανυπαρξίας Θεού είναι το σημείο έναρξης της κοσμοθεωρίας των άθεων). Απλά πιστεύουν ότι δεν υπάρχει σκοπός στη ζωή μας. Απλά πιστεύουν ότι δεν έχουμε κανένα λόγο για να ζούμε. Ή απλά τους αρέσουν οι μπριζόλες. (ναι, ένα ωραίο γεύμα είναι μεταξύ άλλων ο «σκοπός» της ζωής του Ντώκινς σύμφωνα με μία συνέντευξη του) Το μόνο που έχουν είναι βαθιά πίστη στο τίποτα. (και στο λάθος της πίστης των άλλων βέβαια)

Οι επιστημονικές θεωρίες είναι επιστημονικές θεωρίες. Όχι φιλοσοφικές. Και η λάθος χρήση τους, σε συνδυασμό με σοβαρές παρανοήσεις σε θέματα φιλοσοφίας, οδηγούν σε μεγάλα λάθη. Για παράδειγμα η θεωρία της εξέλιξης βασίζεται σε ορισμένα απολιθώματα και πειράματα (βλ. και πιο κάτω) και πράγματι εξηγεί το πώς εξελίσσονται τα είδη. Είναι μια επιστημονική θεωρία η οποία δουλεύει καλά για την ερμηνεία της βιοποικιλότητας. Όμως δεν είναι μια φιλοσοφική θεωρία. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν κάποιος προσπαθήσει (λανθασμένα) να εφαρμόσει τη θεωρία της εξέλιξης σε άλλα πεδία γνώσης με τα οποία δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Ο Wallace και ο Darwin δούλεψαν σκληρά και πράγματι εξήγησαν πολλά πράγματα σχετικά με την εξέλιξη των βιολογικών χαρακτηριστικών ορισμένων ζώων. Όμως το να πούμε ότι αφού εξηγήσαμε το πώς τα ψάρια βγήκαν στη στεριά και έγιναν αμφίβια, έχουμε αυτομάτως αποδείξει και ότι δεν υπάρχει Θεός αποτελεί ένα τεράστιο και λανθασμένο λογικό άλμα. Ένα τέτοιο άλμα (το οποίο πολλοί βιολόγοι κάνουν σήμερα) δεν μπορεί να υποστηριχθεί με κανέναν τρόπο.

Και μην ξεχνάμε πως η επιστήμη ασχολείται με το «πως» και όχι με το «γιατί». Η Θεωρία της Εξέλιξης εξηγεί το «πως» τα είδη εξελίχθηκαν μέχρις ένα σημείο (το «μέχρις ένα σημείο» είναι σημαντικό για αυτό και το επαναλαμβάνω). Δεν εξηγεί όμως το «γιατί»! Ακόμα και αν κάποια μέρα η θεωρία αυτή εξηγήσει τα πάντα αναφορικά με το πεδίο έρευνας της, πάλι δε θα μπορεί να μας πει «γιατί» τα είδη εξελίσσονται κατ’ αυτό τον τρόπο. Γιατί όλα τα είδη ακολουθούν τους κανόνες της εξέλιξης. Ίσως εξαιτίας κάποιου φυσικού νόμου που δεν έχουμε βρει ακόμα; Και γιατί υπάρχει αυτός ο νόμος; Μήπως εξαιτίας κάποιου άλλου νόμου; κ.ο.κ. Πρέπει όλοι μας να γνωρίζουμε ότι η παρούσα επιστημονική μας γνώση είναι τόσο ελλιπής (ακόμα δε γνωρίζουμε πως λειτουργεί ο ιός της γρίπης) που είναι τουλάχιστον αστείο το να ισχυρίζεται κανείς είτε ότι έχει βρει το σκοπό της ζωής, είτε ότι έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός. Ούτε είναι σωστό να λέει κανείς «εντάξει, μπορεί να πιστεύουν κάποιοι στην ύπαρξη Θεού και σκοπού στη ζωή, αλλά η επιστήμη δεν απαιτεί την ύπαρξη ενός Θεού!», εν είδη επιχειρήματος εναντίον της θρησκείας. Και δεν είναι σωστό για πολλούς λόγους. Καταρχάς και καταρχήν επειδή αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα για την εγκυρότητα της θρησκείας – το μόνο που δείχνει είναι πως η επιστήμη όπως την έχουμε σήμερα (παλιά θρησκεία και επιστήμη δεν ήταν καν διαχωρισμένες, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία) δεν χρειάζεται το Θεό. Από την άλλη υπάρχουν πολλοί (μεταξύ αυτών και εγώ) επιστήμονες οι οποίοι πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός, όπως άλλοι «πιστεύουν» ότι δεν υπάρχει. Και είναι όχι μόνο η πίστη τους αλλά και η λογική τους που τους λέει ότι υπάρχει κάποιος ανώτερος σκοπός στη ζωή μας. Μια λογική που βασίζεται στις ενδείξεις-αποδείξεις και τα λογικά επιχειρήματα που ανέφερα παραπάνω.

Το να είσαι επιστήμονας (με την έννοια της «θετικής» επιστήμης όπως την εννοούν πολλοί σήμερα), δε σημαίνει ότι δεν πιστεύεις στον Θεό. Υπάρχουν πολλοί επιστήμονες που δεν έχουν πρόβλημα να συνδυάσουν την επιστημοσύνη τους με το να πιστεύουν στο Θεό [9][10]. Οι μεγαλύτεροι νομπελίστες για την ακρίβεια ήταν θρησκευόμενοι. Σύμφωνα με έρευνα το 65,4% των επιστημόνων που κέρδισαν το Νόμπελ από το 1901 έως το 2005 αυτό-προσδιορίζονταν ως χριστιανοί. (Shalev 2003, p. 57) Βέβαια η λογική (αναφέρομαι κυρίως στην “ήπια” λογική εδώ – βλ. παραπάνω – αν και η “αυστηρή” λογική μπορεί να οδηγεί δύο ανθρώπους σε διαφορετικά συμπεράσματα αν ξεκινούν από διαφορετικά αξιώματα) κάποιου άλλου ανθρώπου μπορεί με τα ίδια δεδομένα να φτάσει σε άλλο συμπέρασμα. Η λογική του Gödel (του πιο σημαντικού λογικολόγου στην ιστορία των μαθηματικών μετά τον Αριστοτέλη) του έλεγε ότι υπάρχει Θεός (όπως είδαμε μάλιστα παραπάνω είχε διατυπώσει και μια λογική απόδειξη περί της ύπαρξης Θεού, την οποία διακριτικά όλοι οι υπέρμαχοι της «μη ύπαρξης σκοπού στη ζωή μας» αγνοούν επιδεικτικά). Επίσης η λογική πολλών άλλων επιστημόνων τους λέει επίσης ότι υπάρχει Θεός. Σημαντικό παράδειγμα αποτελεί ο γενετιστής που ηγήθηκε του Προγράμματος Αποκωδικοποίησης του Ανθρώπινου Γονιδιώματος – DNA (director of the Human Genome Project), εν ονόματι Dr. Francis Collins.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το φυσικό κόσμο τον ερευνούμε μέσω της επιστήμης, αλλά τα μεταφυσικά ερωτήματα της ζωής όχι.

 

skakos_worlds (1)

Επιπλέον, ο άνθρωπος δε διαθέτει μόνο τη Λογική για να φτάσει στην αλήθεια. Διαθέτουμε και το ένστικτο και τη διαίσθηση και δε γνωρίζουμε το κατά πόσο κάποιο από αυτά τα εργαλεία είναι καλύτερο ή πιο έγκυρο από τα άλλα. Το ένστικτο μου και η διαίσθηση μου λένε ότι δεν είμαστε το ανώτερο ον στο σύμπαν. Σίγουρα μπορούν κάποιοι άλλοι να πιστεύουν ότι εμείς είμαστε το ανώτερο ον που υπάρχει στο σύμπαν, αλλά έχουν τόσες “απτές αποδείξεις” για τα λεγόμενα τους όσα και εγώ. (ή και λιγότερες: από που και ως που μπορείς την εποχή της συνεχώς αυξανόμενης γνώσης του κόσμου να θεωρεί ότι είναι ανώτερος όλων των πιθανών;) Πολλοί μαθηματικοί βασίστηκαν αποκλειστικά και μόνο στη διαίσθηση τους για να διαμορφώσουν θεωρήματα, τα οποία πιστεύουν σχεδόν όλοι οι μαθηματικοί παρά το ότι δεν έχουν αποδειχθεί αληθή έως τώρα. Άλλα θεωρήματα που βασίστηκαν στη διαίσθηση στη συνέχεια αποδείχθηκαν αληθή.

What we cannot talk about we must pass over in silence.

~ LugwigWittgenstein, TractatusLogicoPhilosophicus

Προσωπικά πιστεύω «κάτι» για όλα τα μεταφυσικά πράγματα τα οποία δεν μπορούμε να ψάξουμε δια της εμπειρίας και τα οποία και εγώ ο ίδιος παραδέχομαι ότι ίσως δε θα γνωρίσουμε άμεσα ποτέ. Άλλωστε αυτό που αποκαλούμε “αλήθεια” δεν είμαστε βέβαιοι ούτε καν αν υπάρχει. Ωστόσο μόνο του το γεγονός ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι δεν είναι κριτήριο για τη σημαντικότητα του. Έτσι μπορεί να μην μπορέσουμε ποτέ (αν και σαν φιλόσοφοι θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε) να μάθουμε ποια είναι η «αληθινή» πραγματικότητα σχετικά με αυτά τα θέματα, όμως το «άγιο δισκοπότηρο» αυτής της ανακάλυψης θα είναι που θα αποτελεί τον στόχο κάθε έρευνας του ανθρώπου και θα μας παροτρύνει να συνεχίσουμε την αναζήτηση.

Κανένας δεν κατέχει την απόλυτη γνώση και κάθε πλευρά έχει τα επιχειρήματα της τα οποία δεν πρέπει να αγνοούνται. Είναι λάθος να θεωρούμε πως ό,τι δεν μπορεί να εξετάσει ή αποδείξει η επιστήμη αυτομάτως δεν υπάρχει. Η επιστήμη και η θρησκεία πρέπει να δουλέψουν μαζί για να ανακαλύψουν την αλήθεια και όχι να πιστεύουν ότι διαθέτει – η κάθε μια με τον δικό της τρόπο – το μοναδικό κλειδί για τα μυστικά του σύμπαντος. Την εποχή των αρχαίων Ελλήνων δεν υπήρχε ξεχωριστή θρησκεία από την επιστήμη. (Feyerabend) Μήπως πρέπει να μάθουμε κάτι από τους ιδρυτές της λογικής;

Οι παραπάνω αντιδράσεις έρχονται από ένα χώρο σκέψης που πρόσκειται στον επιστημονισμό, ήτοι στην πεποίθηση πως η επιστήμη όπως είναι ορισμένη σήμερα μπορεί να εξηγήσει τα πάντα μέσα στο πλαίσιο που αυτή αυθαίρετα έχει ορίσει. Το παρακάτω κεφάλαιο θα δείξει πως αυτό το πλαίσιο είναι κάθε άλλο παρά πλήρες.

2jszrulazj6wq-nid839-200px-franshals-portretvanren

Β. Τα όρια της επιστήμης

Πολλά στοιχεία δείχνουν ότι η σημερινή επιστήμη έχει περιορισμούς και ατέλειες στη λογική της. Για παράδειγμα, αν και όλοι μας έχουμε μια αίσθηση του χρόνου που περνάει, καμία επιστημονική θεωρία δεν απαιτεί την ύπαρξη χρόνου που “ρέει” όπως τον καταλαβαίνουμε εμείς. Αν και όλοι μας κατανοούμε ότι υπάρχει αιτιότητα στο σύμπαν (ήτοι το κάθε τι έχει μια πρότερη αιτία), καμία επιστημονική θεωρία δεν απαιτεί την ύπαρξη της. Ακόμα και ο ίδιος ο ιδρυτής της Λογικής, ο Αριστοτέλης, δε γνώριζε ακριβώς για το που ήταν χρήσιμη η Λογική. Δεν ήξερε αν η Λογική ήταν ένα εργαλείο για την ανακάλυψη της απόλυτης αλήθειας (η οποία, παρεμπιπτόντως, δε γνωρίζουμε καν αν υπάρχει) ή ένα εργαλείο για να αναλύουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε και τους περιορισμούς της. Πολλοί μετα-μοντέρνοι φιλόσοφοι (με πρώτο τον Wittgenstein) έχουν στιγματίσει τη σιγουριά της επιστήμης ότι μπορεί να ανακαλύψει την αλήθεια. Πως είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει κάτι τέτοιο καταρχάς; Έτσι και αλλιώς δεν μπορούμε να μάθουμε ποτέ τα όρια της σκέψης μας, διότι για να το κάνουμε αυτό θα έπρεπε να μπορούσαμε να σκεφτούμε τα πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να σκεφτούμε (βλ. Wittgenstein).

1. Η επιστήμη σαν εργαλείο κατασκευής μοντέλων

Ας μην ξεχνάμε ότι η επιστήμη είναι ένα εργαλείο για να κατασκευάζει κανείς θεωρίες με τις οποίες ερμηνεύει τα όσα παρατηρεί. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με αυτό που αποκαλούμε “πραγματικότητα”. Η “πραγματικότητα” είναι ό,τι υπάρχει. Με τις αισθήσεις μας φιλτράρουμε αυτή την πραγματικότητα και τη βλέπουμε μέσα από το δικό μας πρίσμα. Στη συνέχεια διατυπώνουμε θεωρίες για να ερμηνεύσουμε τα όσα παρατηρούμε και να κάνουμε προβλέψεις για το μέλλον των όσων παρατηρήσουμε.

READ ALSO:
Τι χρειάζεται για να πιστεύεις στο θάνατο

science_religion_1

Η επιστήμη προσφέρει τη σύνδεση μεταξύ της θεωρίας και του αισθητού κόσμου, αλλά δεν κατορθώνει σε καμία περίπτωση να φτάσει στην πραγματικότητα. Παράδειγμα: Τα πράγματα πέφτουν προς τη Γη για κάποιο λόγο. Αυτός ο “λόγος” (που δεν τον ξέρουμε) είναι αυτό που “υπάρχει”, αυτό που αποκαλούμε “πραγματικότητα”. Όταν με τα μάτια μας βλέπουμε ένα μήλο να πέφτει προς το έδαφος, αυτό είναι η παρατήρηση του αισθητού κόσμου. Διατυπώνοντας τη θεωρία της βαρύτητας, φτιάχνουμε ένα μοντέλο το οποίο περιγράφει ικανοποιητικά αυτά που βλέπουμε. Δε φτάνουμε όμως στο σημείο να πούμε τίποτα για την πραγματικότητα. Πολλοί θεωρούν ότι τα μήλα πέφτουν στη Γη εξαιτίας της “βαρύτητας” και ότι, επειδή αυτό είναι κάτι που το “βλέπουμε”, η βαρύτητα “υπάρχει”. Αυτό είναι λάθος: όταν η θεωρία της βαρύτητας που έχουμε τώρα αποδειχθεί τελείως λάθος (αυτό γίνεται συνέχεια με τις επιστημονικές θεωρίες), τα μήλα θα συνεχίσουν να πέφτουν προς τα κάτω! Η “πραγματικότητα” δε θα έχει αλλάξει! Απλά θα έχει αλλάξει η θεώρηση μας για τον αισθητό κόσμο. Πιστεύετε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει; Μα έχει γίνει ήδη! Ο Αϊνστάιν θεωρούσε πως τα πράγματα πέφτουν όχι επειδή κάποιο «πεδίο» τα έλκει αλλά επειδή υπάρχει κάποια καμπύλωση του χωροχρόνου! Το φαινόμενο παραμένει το ίδιο (τα πράγματα πέφτουν). Οι εξισώσεις βελτιώνονται, αλλά αυτό δεν είναι καν σημαντικό για την ουσία της θεωρίας, ήτοι την εξήγηση της αιτίας του φαινομένου (οι εξισώσεις του Νεύτωνα θα μπορούσαν και αυτές να διορθωθούν – μην ξεχνάμε άλλωστε πως οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν μια χαρά προβλέψεις για τις κινήσεις των πλανητών χωρίς καν να έχουν θεωρία βαρύτητας). Η εξήγηση ωστόσο του φαινομένου έχει αλλάξει ριζικά! Παλιά ήταν ο Δίας. Μετά ένα αόρατο πεδίο. Σήμερα ένας καμπυλωμένος χωροχρόνος. Αυτό; Ίσως οι χορδές. Ίσως κάποιες παράλληλες διαστάσεις. Ποιος ξέρει; Και έχει σημασία άλλωστε; Για τη φιλοσοφική εκδοχή της «πραγματικότητας» όχι. Ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί το τρανζίστορ. Το τρανζίστορ βασίζεται σε εξελιγμένες (σήμερα) επιστημονικές θεωρίες της φυσικής. Αν όμως οι θεωρίες αυτές αντικατασταθούν τελείως από άλλες, το τρανζίστορ θα συνεχίζει να λειτουργεί.

Και όλα αυτά χωρίς καν να αναφερθούμε σε θεωρίες που θέλουν τον άνθρωπο-παρατηρητή να διαμορφώνει ο ίδιος την πραγματικότητα (κβαντομηχανική). Αυτές οι θεωρίες – το πλέον εξελιγμένο θεωρητικό μοντέλο που έχουμε για να εξηγήσουμε την πραγματικότητα – έρχονται πολύ κοντά στην κοσμοθέαση πολλών θρησκειών που μέχρι πρόσφατα φάνταζαν παράλογες. Στο εγγύς μέλλον ίσως μάθουμε πως δεν υπάρχει καν πραγματικότητα – τουλάχιστον «αντικειμενική» όπως θέλει η επιστήμη να υπάρχει (άλλο ένα αξίωμα που χρησιμοποιούμε καθημερινά στην έρευνα μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε).

Βέβαια τα παραπάνω δε σημαίνουν ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την επιστήμη. Είναι γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα καλύτερα εργαλεία που έχουμε για να κατανοούμε τον κόσμο μας. Πρέπει όμως, αναγνωρίζοντας όλα τα παραπάνω, να τη χρησιμοποιούμε με φειδώ και να είμαστε προσεκτικοί στα συμπεράσματα μας. Και σε τελική ανάλυση πως είμαστε σίγουροι ότι το ένστικτο μας ή η διαίσθηση μας δεν είναι πιο “σωστή” (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) από τη λογική; Μπορεί πράγματι η αιτιότητα να μην υπάρχει, μπορεί όντως ο χρόνος να είναι μόνο μία ψευδαίσθηση μας. Μάλιστα ο Gödel έδειξε ότι πράγματι ίσως ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. Όμως η ουσία εδώ δεν είναι το αν η τωρινή επιστήμη έχει δίκιο ή άδικο στο ένα πράγμα ή στο άλλο. Η ουσία είναι η αδυναμία της επιστήμης να ερμηνεύσει τα φαινόμενα και να καταλήξει κάπου. Μια αδυναμία που καταδεικνύει μια εγγενή ατέλεια της η οποία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη…

2. Αξιώματα-δόγματα της σημερινής επιστήμης

Οι σημερινές θετικές επιστήμες (γενικά με τον όρο “επιστήμη” αναφέρομαι στις “θετικές επιστήμες” μέσα στο παρόν άρθρο για λόγους συντομίας, χωρίς να συμμερίζομαι τη λάθος προκατάληψη ορισμένων που θέλουν να πιστεύουν ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν είναι “επιστήμες”)  βασίζονται σε ορισμένα αξιώματα. Όσο χρησιμοποιούμε αυτά τα αξιώματα αναγνωρίζοντας όμως ότι τα χρησιμοποιούμε χωρίς να γνωρίζουμε αν είναι σωστά, τότε όλα βαίνουν καλώς. Όταν ωστόσο αρχίζουμε να μιλάμε για την επιστήμη θεωρώντας τα αξιώματα στα οποία βασίζεται σαν “προφανώς” αληθή, τότε έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα για τη μετατροπή των αξιωμάτων αυτών σε δόγμα. Και ο δογματισμός δεν είναι καλό πράγμα.

Λογική

Ένα βασικό αξίωμα στο οποίο βασίζονται σήμερα οι επιστήμονες είναι ότι η ανθρώπινη λογική δουλεύει σωστά. Όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, είναι γεγονός ότι δεν έχουμε κάποιου είδους “απόδειξη” ότι ο τρόπος που λειτουργεί ο εγκέφαλος μας δεν έχει σφάλματα και ότι η λογική μας είναι ένα εργαλείο που πράγματι μπορεί να φτάσει σε έγκυρα συμπεράσματα σχετικά με τον κόσμο. Εν τέλει η λογική και αυτή βασίζεται σε αξιώματα. Και αυτά δεν τα έχουμε αμφισβητήσει εδώ και πολλά χρόνια. Αν θεωρείς ότι μια πρόταση είναι είτε αληθής είτε ψευδής, ψάξε για τον διαληθισμό (dialethism). Αν πιστεύεις πως ένας αριθμός είναι είτε θετικός είτε αρνητικός είτε μηδέν ή αν νομίζεις ότι οι άρρητοι υπάρχουν κάνε μια μικρή έρευνα για τον Brower και τον Κονστρουκτιβισμό…

Εν τέλει αν θεωρείς πως η δική σου λογική λειτουργεί σωστά, γιατί να μην λειτουργεί σωστά και η λογική του άλλου ο οποίος λέει τα αντίθετα με εσένα πράγματα; (και όχι η λύση δεν δίνεται από την «πραγματικότητα» – όπως δείξαμε παραπάνω πρώτον δεν έχουμε αντικειμενική πρόσβαση σε αυτήν και δεύτερον η επιστήμη απλά παράγει μοντέλα για την ερμηνεία αυτών που βλέπουμε, χωρίς απαραίτητα να σημαίνει κάτι αυτό για την «αλήθεια» αυτών που λέει)

Επαγωγή

Ένα δεύτερο βασικό αξίωμα που χρησιμοποιείται είναι αυτό που λέει ότι η επαγωγή λειτουργεί. Η επαγωγή είναι το πλέον βασικό εργαλείο που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για να φτιάξουν θεωρίες σχετικά με τη φύση, ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό το “εργαλείο” δεν εγγυάται τίποτα σχετικά με την αλήθεια των συμπερασμάτων που παράγει. Η επαγωγική μέθοδος της επιστήμης είναι ένα εργαλείο όχι τόσο τέλειο:  Έστω για παράδειγμα ένας επιστήμονας που μελετάει βατράχους. Παρατηρεί βατράχους σε μια λίμνη στην Ελλάδα και μετά από πολλές παρατηρήσεις βγάζει τη θεωρία του. “Οι βάτραχοι είναι πράσινοι και κοάζουν”, ισχυρίζεται. Όλα ωραία και πολύ “επιστημονικά”. Έχει βρει την “αλήθεια”; Ναι, μέχρι να πάει ένα ταξίδι στην Αφρική και να δει ένα μαύρο βάτραχο…

Υλισμός

Οι σημερινοί επιστήμονες ξεκινούν την έρευνα τους με το αξίωμα (ήτοι κάτι που λαμβάνουν σαν δεδομένο αλλά δεν μπορεί να αποδειχθεί) ότι ο κόσμος αποτελείται μόνο από ύλη (πρωτόνια, ηλεκτρόνια κλπ) και φυσικούς νόμους που καθορίζουν πως αυτή η ύλη θα συμπεριφερθεί. Όπως όμως ανέφερα παραπάνω, αν εξαρχής θεωρεί κανείς ότι δεν υπάρχει κανένα ίχνος πνευματικότητας στον κόσμο, πως περιμένει να βρει αποδείξεις για την ύπαρξη της; Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο υλισμός [23] αποτελεί δόγμα (και μάλιστα ακραίο) και όχι αποδεδειγμένη θέση [2][24]. Επιπλέον αν κανείς δέχεται την ύπαρξη αναπόδραστων φυσικών νόμων, τότε πως μπορεί να εξηγηθεί η ύπαρξη της “ελεύθερης βούλησης” που σχεδόν όλοι μας αισθανόμαστε ότι διαθέτουμε; Πως αισθανόμαστε ότι “πράττουμε” σε έναν προβλέψιμο κόσμο;

Μετρήσιμος κόσμος

Η επιστήμη βασίζεται στο αξίωμα ότι όλα τα πράγματα είναι μετρήσιμα. Όπως προανέφερα στην εισαγωγή, αυτό περιορίζει πολύ τα αντικείμενα με τα οποία μπορεί να ασχοληθεί (π.χ. ηθική και αισθητική δεν είναι αντικείμενα που μπορεί να εξετάσει η επιστήμη). [9]

Αναπαραγωγή με πείραμα

Η επιστήμη επίσης βασίζεται στο αξίωμα ότι όλα τα φαινόμενα μπορούν να αναπαραχθούν με πείραμα ή να παρατηρηθούν. Αυτή η πολύ απλή προϋπόθεση για να λειτουργήσει ο κάθε επιστήμονας στις θετικές επιστήμες σήμερα δημιουργεί ένα βασικό περιορισμό: η επιστήμη δεν μπορεί να εξετάσει φαινόμενα που συμβαίνουν μία μόνο φορά και δεν μπορούν να αναπαραχθούν! Πιθανό παράδειγμα ενός τέτοιου φαινομένου: η στιγμή της δημιουργίας του σύμπαντος.

Αρχή της Μετριότητας

Η σύγχρονη κοσμολογία βασίζεται στην Αρχή της Μετριότητας (Mediocrity Principle) και την Αρχή του Κοπέρνικου (Copernican Principle), σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος δεν είναι σε κάποια ιδιαίτερη θέση στο σύμπαν (π.χ. στο κέντρο του σύμπαντος), αλλά ζούμε σε έναν τυχαίο πλανήτη ανάμεσα στα εκατομμύρια των πλανητών. Έτσι αν και τα επιστημονικά δεδομένα τόσο την εποχή του Edwin Hubble όσο και τώρα δείχνουν ότι μπορεί να βρισκόμαστε πολύ κοντά στο κέντρο του σύμπαντος (βλ. παρακάτω), ορισμένοι σύγχρονοι κοσμολόγοι απλά “επιλέγουν” να διορθώνουν τις εξισώσεις τους για να λένε ότι δεν είμαστε. Χωρίς αυτό όμως να έχει καμμία σημασία. Όπως είπε και ο Αϊνστάιν, η διαμάχη για το ζήτημα έχει πλέον ξεπεραστεί. Ούτως ή άλλως ο καθένας μπορεί να επιλέξει όποιο σύστημα αναφοράς θέλει και να περιγράψει τους φυσικούς νόμους μεταφράζοντας τις εξισώσεις από το ένα σύστημα αναφοράς στο άλλο. Κάποιοι θεωρούν πως η επιλογή του Ήλιου ως κέντρο είναι λογική αφού ο Ήλιος έχει μεγαλύτερη μάζα. Φαντάζομαι όταν βρίσκονται σε ένα αυτοκίνητο και παρατηρούν τις νταλίκες να κινούνται, επιλέγουν επίσης ως κέντρο του συστήματος αναφοράς τους τις… νταλίκες και όχι το αυτοκίνητο μέσα στο οποίο βρίσκονται. (σε τελική ανάλυση τι είναι πιο σημαντικό; Το βάρος ή η ύπαρξη συνειδητών παρατηρητών;) Η επιλογή “Γη” ή “‘Ήλιος” βασίζεται σε φιλοσοφικές αρχές. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, η τοποθέτηση του Ήλιου (αντί της Γης) στο κέντρο του ηλιακού συστήματος αποτελεί εν τέλει θέμα φιλοσοφικών (αξιωματικών) υποθέσεων και όχι μόνο επιστημονικών δεδομένων. Πολλοί θέλουν να πιστεύουν πως είμαστε ασήμαντοι και άρα όχι στο κέντρο. Τόσο απλά.

Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά αξιώματα και σε καμμία περίπτωση εξαντλητικός κατάλογος. Στόχος μου είναι να δείξω πως η σκέψη των επιστημόνων σήμερα κάθε άλλο παρά «ελεύθερη» είναι.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το τελευταίο αξίωμα της αρχής του Κοπέρνικου. Ο γνωστός επιστήμονας Hubble (από τον οποίο ονομάστηκε και το γνωστό τηλεσκόπιο), έκανε παρατηρήσεις των διαφόρων γαλαξιών και βρήκε κάποτε πως όλοι απομακρύνονται από εμάς. Το λογικό του συμπέρασμα; Ότι είμαστε στο κέντρο του σύμπαντος! (με βάση τα όσα είδε και μέτρησε) Πως άλλαξε αυτό το συμπέρασμα; Βάση της αρχής του Κοπέρνικού!

Ας δούμε τι έγραφε ο ίδιος μετά την ανακάλυψη πως όλοι οι γαλαξίες απομακρύνονται από τη Γη…

…Such a condition would imply that we occupy a unique position in the universe, analogous, in a sense, to the ancient conception of a central Earth…This hypothesis cannot be disproved, but it is unwelcome and would only be accepted as a last resort in order to save the phenomena. Therefore we disregard this possibility…. the unwelcome position of a favored location must be avoided at all costs…. such a favored position is intolerable…Therefore, in order to restore homogeneity, and to escape the horror of a unique position…must be compensated by spatial curvature. There seems to be no other escape” (Hubble, The Observational Approach to Cosmology)

Έτσι απλά λοιπόν, με «απορρίπτουμε αυτή την πιθανότητα», ένα σύνολο παρατηρήσεων και μια λογική ερμηνεία τους πετάχτηκαν στον κάδο των αχρήστων. (σήμερα «γνωρίζουμε» πως όλα τα σημεία του σύμπαντος βρίσκονται στο ‘κέντρο’ – κάποτε όλοι ήμασταν στο σημείο που έγινε η Μεγάλη Έκρηξη και το σύμπαν έκτοτε επεκτείνεται στο χώρο)

Αν παρομοίως πιστεύεις (αξιωματικά) ότι δεν υπάρχει σκοπός στο σύμπαν, ό,τι και να δεις δεν πρόκειται να πειστείς πως υπάρχει. Αν δεν έχεις συμπεριλάβει τον άνθρωπο μέσα στις εξισώσεις σου, πως περιμένεις να βρεις αποδείξεις ότι έχει κάποιο νόημα αυτό το μικρό διάστημα της ύπαρξης μας;

Αν πιστεύεις (αξιωματικά) ότι όλα τα πράγματα στον κόσμο είναι μετρήσιμα, τότε πως μπορείς να κατανοήσεις έννοιες όπως η ηθική, τα συναισθήματα, η αισθητική ή η αγάπη χωρίς να γελοιοποιηθείς;

Αν πιστεύεις (αξιωματικά) ότι η επιστήμη μπορεί να αναλύσει και να βρει την αλήθεια για τα πάντα, τότε δεν έχεις διαβάσει το Θεώρημα της Μη-Πληρότητας (Incompleteness theorem) του Gödel.

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το ποια άποψη τελικά επικρατεί, αλλά το ότι επικρατεί κάποια άποψη μόνο και μόνο στη βάση συγκεκριμένων φιλοσοφικών δογμάτων που πίστευαν οι επιστήμονες που ανέλυσαν αυτή την άποψη. Και σε αυτό πρέπει να δώσουμε μεγάλη σημασία ώστε και να το εντοπίζουμε όταν συμβαίνει, αλλά και να μπορούμε να αμφισβητήσουμε ενεργά τις υπάρχουσες απόψεις. Η πρόοδος της επιστήμης συμβαίνει μέσω αυτής της αμφισβήτησης.

Το δηλητήριο του υλισμού

Πολλοί επιστήμονες σήμερα ακολουθούν τη φιλοσοφική θέση του “υλισμού”. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το έχουμε υπόψη μας όταν αναλύουμε το τι λένε. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει κανείς τις θεμελιώδεις φιλοσοφικές θέσεις στις οποίες στηρίζεται ο συνομιλητής του. Και είναι ακόμα πιο σημαντικό να ξεχωρίζουμε την επιστήμη από αυτές τις θέσεις. Ο υλισμός (όπως και ο εμπειρισμός) είναι θέσεις και όχι επιστημονικά αποδεδειγμένα γεγονότα ή μοντέλα γνώσης. Η εγκυρότητα τους δεν έχει αποδειχθεί με κάποιο τρόπο και εξίσου “έγκυρα” μπορεί κανείς να ακολουθεί τη φιλοσοφική θέση του ιδεαλισμού.

Περί θαυμάτων

Τα θαύματα αποτελούν σημαντικό πεδίο διαμάχης. Πολλοί τα θεωρούν ως εκφάνσεις του «παράλογου» της θρησκείας. Και όμως, τα θαύματα υποτίθεται πως τονίζουν τη σημασία των στοιχείων και της απόδειξης. Δεν είναι τυχαίο που ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στην Ανάσταση ήταν ο άπιστος Θωμάς. Ούτε είναι τυχαίο που πίστεψε επειδή είδε και επειδή άγγιξε τις πληγές του Χριστού. Αυτό που καταδεικνύει αυτό το περιστατικό είναι το ότι τα θαύματα δεν είναι κάτι που πρέπει να πιστεύουμε με τυφλή πίστη, αλλά κάτι το οποίο αλλάζει τη ζωή μας αφού το έχουμε δει και το έχουμε βιώσει.

Και είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αν δεν πιστεύει κανείς στην ύπαρξη θαυμάτων (μια θέση η οποία είναι και η ίδια μία “πίστη”) τότε ακόμα και να δει μπροστά του ένα τέτοιο να συμβαίνει δεν πρόκειται να το πιστέψει! Οι σημερινοί άθεοι είναι μία κατά πολύ “βελτιωμένη” έκδοση του Άπιστου Θωμά, καθώς ακόμα και να έβλεπαν τον Χριστό μπροστά τους ζωντανό μετά την ταφή Του, δε θα πίστευαν αλλά θα έψαχναν να βρουν την πραγματική επιστημονική αιτία πίσω από αυτό που βλέπουν. Και αν δεν έβρισκαν κάποια λογική εξήγηση δε θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι είδαν ένα θαύμα, αλλά στο ότι “ακόμα δεν έχουμε βρει την εξήγηση, αλλά κάποια στιγμή η επιστήμη θα τη βρει”. Είναι σαν τα κόλπα των ταχυδακτυλουργών. Γνωρίζεις ότι είναι κόλπο και όσο πειστικό και να φαίνεται αυτό που βλέπεις, δεν το πιστεύεις. Στην περίπτωση αυτή δεν γνωρίζουμε ότι είναι κόλπο, αλλά το πιστεύουμε έντονα. Ξεκινάμε λοιπόν τη θέαση του κόσμου από ένα σημείο που δεν δέχεται εκ των προτέρων (και αυτό είναι το κλειδί) την οποιαδήποτε λύση που δεν βολεύει την κοσμοθέαση μας.

Τα σύγχρονα «θαύματα» της επιστήμης περί κατανόησης του κόσμου δεν αμφισβητούνται, αν και φιλοσοφικά είναι αίολα.

Περί ηθικής

Η επιστήμη δεν μπορεί να βγάλει συμπέρασμα σχετικά με το πόσο σωστή/ ηθική είναι μια συμπεριφορά. Ειδικά όσον αφορά τη Θεωρία της Εξέλιξης, αυτή ορίζει σαν “σωστή” συμπεριφορά ενός ζώου το ό,τι κάνει για να επιβιώσει. Με αυτή τη λογική, αν ένα ζώο σκοτώσει για να ζήσει, τότε προφανώς έχει πράξει το σωστό. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον άνθρωπο. Παραβλέποντας το βασικό σφάλμα που κάνουν πολλοί βιολόγοι να θεωρούν τον άνθρωπο ένα “ζώο” (ακόμα ένα λάθος αξίωμα που δέχονται πολλοί χωρίς συζήτηση, μετατρέποντας το από αξίωμα σε βαθύ και άκρατο δόγμα), αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε ένα φόνο με όρους της θεωρίας του Δαρβίνου δε θα καταλήξουμε σε κανένα “λογικό” συμπέρασμα.

Μπορεί κάποιος να βλέπει το γείτονα του σαν εχθρό του και να τον σκοτώσει για να επιβιώσει. Μπορεί ο Χίτλερ να βλέπει σαν αντίπαλούς του τους Εβραίους και να τους σκοτώνει για να επιβιώσει. Μπορεί ένας Χριστιανός να βλέπει τους άθεους σαν εχθρούς του και να τους σκοτώνει για να επιβιώσει. Μπορεί ένα κομμουνιστικό καθεστώς να βλέπει σαν αντιπάλους του τους Χριστιανούς και να τους στέλνει σε στρατόπεδα στη Σιβηρία για να επιβιώσει. Το ότι ο στόχος σε κάθε μια από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις είναι η “επιβίωση”, μετατρέπει αυτές τις πράξεις σε καλές ή ηθικές; Σε καμμία περίπτωση! Η επιστήμη σηκώνει απλά τα χέρια ψηλά για ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ανθρωπότητας: την ηθική.

snow_forest_2

3. Λάθος εφαρμογές της επιστήμης

Όπως ανέφερα και παραπάνω, όλα τα προβλήματα διαμάχης Επιστήμης-Θρησκείας ξεκινούν από το λάθος που κάνουν ορισμένοι να εφαρμόσουν ορισμένες επιστημονικές θεωρίες σε πεδία με τα οποία δεν έχουν καμία σχέση. Τα καλύτερα παραδείγματα τέτοιας λανθασμένης εφαρμογής τη σημερινή εποχή είναι η προσπάθεια που κάνουν κάποιοι να εφαρμόσουν τη θεωρία της εξέλιξης στη φιλοσοφία όσο και η προσπάθεια των νευροβιολόγων να εξηγήσουν την ανθρώπινη συνείδηση με όρους χημείας.

3.1 Η λάθος προσπάθεια εφαρμογής της Εξέλιξης στη φιλοσοφία

Για να μιλήσουμε για τη Θεωρία της Εξέλιξης πρώτα πρέπει να κάνουμε ορισμένες διευκρινήσεις σχετικά με το τι ονομάζουμε “θεωρία της εξέλιξης”. Ο όρος “θεωρία της εξέλιξης” πρέπει κατ’ αρχήν να διευκρινίσουμε ότι δεν είναι τόσο ξεκάθαρος και μονοσήμαντος όσο πολλοί πιστεύουν. Με τον ίδιο όρο για παράδειγμα οι βιολόγοι αναφέρονται στη μικρο-εξέλιξη, όσο και στη μάκρο-εξέλιξη.

Η μικρο-εξέλιξη, ήτοι η εξέλιξη των ειδών για να προσαρμοστούν καλύτερα στο περιβάλλον, είναι μια επιστημονική θεωρία που έχει πολλά στοιχεία να συνηγορούν υπέρ της.

Αντίθετα η μακρο-εξέλιξη (macro-evolution), ήτοι η δημιουργία τελείως νέων ειδών από κάποιο υπάρχον, έχει και αυτή πολλά στοιχεία υπέρ της αλλά δεν έχει αποδειχθεί στον ίδιο βαθμό με τη μικρο-εξέλιξη. Για παράδειγμα πολλά πειράματα σε μύγες φρούτων (fruit flies) που είχαν στα στόχο τη δημιουργία νέων ειδών μυγών με τη χρήση ραδιενέργειας ή χημικών δεν πέτυχαν το στόχο τους. Πολλά επιστημονικά πειράματα με μύγες και έντομα, έχουν παρατηρήσει τυχαίες μεταλλάξεις, αλλά καμία από αυτές δεν οδήγησε σε νέα βελτιωμένα είδη. Δεν έχουμε δει στη φύση τη δημιουργία νέων ειδών. Δεν έχουμε δει μεταλλάξεις του DNA οι οποίες να είναι ευνοϊκές για τους οργανισμούς (μην ξεχνάμε ότι ο πλήρης όρος δεν είναι απλά “μακρο-εξέλιξη”, αλλά “δημιουργία νέων ειδών μέσω της επίδρασης του μηχανισμού της φυσικής επιλογής σε τυχαίες μεταλλάξεις DNA”). Ο όρος “εξέλιξη” πολλές φορές χρησιμοποιείται επίτηδες και για τα δύο είδη εξέλιξης με μόνο στόχο να δημιουργήσει σύγχυση και να “προβάλλει” τα επιστημονικά στοιχεία υπέρ της μικρο-εξέλιξης και στην υπό διερεύνηση μακρο-εξέλιξη. Μικρές λεπτομέρειες, αλλά σημαντικές. Συνήθως κρύβεται ο «διάβολος» σε αυτές.

Σε κάθε περίπτωση, η πεποίθηση πως ο μηχανισμός “εξέλιξη μέσω τυχαίων μεταλλάξεων και φυσικής επιλογής” αποτελεί τον μοναδικό μηχανισμό που λειτουργεί στη φύση παραμένει η βάση των προβλημάτων της ΘτΕ και της χρήσης της από άθεους ή υλιστές για την “απόδειξη” των λεγομένων τους. Ο δογματισμός δεν έγκειται στην ανακοίνωση ενός μηχανισμού που ανακαλύφθηκε, αλλά στην έντονη πίστη πως αυτός ο μηχανισμός αποτελεί και το απόλυτο της αλήθειας την οποία αναζητούμε.

Ερωτήματα για την εγκυρότητα της θεωρίας της μακρο-εξέλιξης έχει και η φυσική αλλά και η κοινή λογική μερικά από τα οποία συνοψίζω παρακάτω:

  • Πως ένα φυσικό σύστημα εξελίσσεται προς κάτι τελειότερο από μόνο του, χωρίς καμία εξωτερική αλληλεπίδραση ή κατεύθυνση; Γνωρίζουμε από το 2ονόμο της θερμοδυναμικής ότι όλα τα συστήματα τείνουν προς κατάσταση μεγαλύτερης εντροπίας (αταξίας) με την πάροδο του χρόνου.
  • Πως τα είδη εξελίσσονται από καθαρή τύχη; Πως παράγεται νέα πληροφορία από μια τυχαία διαδικασία (που κατά κανόνα καταστρέφει πληροφορία, δεν την οργανώνει); [ο ίδιος ο Dawkins απάντησε με σχετική αμηχανία σε μια σχετική ερώτηση που του έγινε δημόσια] Γιατί πρέπει να αποκλείσουμε την Ελεύθερη Βούληση από καίριο μηχανισμό που παίζει ρόλο στη Φύση;
  • Ο άνθρωπος είναι το κυρίαρχο είδος στη Φύση και όμως σχεδιάζει συνεχώς νέα είδη με διασταυρώσεις. Γιατί λοιπόν να είμαστε δογματικοί και να αποκλείουμε και τη συνεισφορά του σχεδιασμού (μαζί με το μηχανισμό που περιγράφει η ΘτΕ) στην εξέλιξη; Το να θεωρούμε πως ο ένας μηχανισμός που κάποτε κάποιος βρήκε είναι η πανάκεια είναι αντι-επιστημονικό (τουλάχιστον).
  • Ποια είναι τα όρια του “είδους”; Αν εξελιχθώ και αλλάξω κάποια χαρακτηριστικά μου, θα είμαι ένας εξελιγμένος άνθρωπος. Από ποιο σημείο “εξέλιξης” και μετά αλλάζω… “είδος”; Οι σύγχρονες θεωρίες της βιολογίας παραδέχονται μια μη-γραμμική ιστορία των ειδών με πολλούς διαφορετικούς προγόνους που λειτουργούν σαν εναρκτήρια σημεία της διαδρομής των απογόνων τους – μήπως αυτό σημαίνει πως τελικά τα είδη παραμένουν ίδια; Γενικά το πρόβλημα του ορισμού των ειδών (species problem) είναι βασικό στη βιολογία και έως τώρα μη λυμένο [45]. Ο ίδιος μάλιστα ο Δαρβίνος θεωρούσε πως η θεωρία του λύνει το πρόβλημα του ορισμού των ειδών, αφού με τη συνεχή εξέλιξη δεν θα είχε νόημα να ορίζουμε τα είδη!
  • Οι μεταλλάξεις είναι κατά κανόνα βλαβερές για τους οργανισμούς. Πως λοιπόν πολλές τέτοιες αρνητικές επιδράσεις συντονίζονται και αν γίνουν πολλές καταλήγουν τελικά να δημιουργήσουν κάτι… “καλό” για τον οργανισμό;
  • Αν το κριτήριο για τον ορισμό του “είδους” είναι η ικανότητα παραγωγής γόνιμων απογόνων, τότε τι συμβαίνει με τα βακτηρίδια και τους ασεξουαλικά αναπαραγόμενους οργανισμούς; Η ερώτηση δεν είναι ασήμαντη μια και αυτοί οι οργανισμοί είναι και η αρχή της ζωής (τι είναι “ζωή” αλήθεια;) και οι περισσότεροι αυτή τη στιγμή στον πλανήτη. Συν τοις άλλοις, τι δείχνει η δημιουργία υβριδίων;
  • Το ανθρώπινο DNA διαφέρει από αυτό των πιθήκων λιγότερο από 1%. Ωστόσο εμείς και οι πίθηκοι διαφέρουμε κατά πολύ περισσότερο σε ικανότητες, δυνατότητες κλπ. Δεν μας λέει αυτό κάτι για τα όρια της ΘτΕ; Για να μην αναφερθούμε στο πόσο μοιάζουμε με τις… μπανάνες.

Σε αυτό το πλαίσιο συζήτησης έχει σημασία να σταθούμε λίγο διεξοδικότερα στο εξής σημείο: ο ορισμός του τι είναι “είδος” δεν είναι κάτι στο οποίο έχουν συμφωνήσει οι βιολόγοι! Αυτό είναι κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν ή θέλουν να θυμούνται σε σχετικές συζητήσεις. Ο ορισμός “διαφορετικά είδη είναι αυτά που δεν μπορούν να αναπαραχθούν μεταξύ τους” δεν είναι καλός και εφαρμόσιμος. Υπάρχουν για παράδειγμα περιπτώσεις όπου δύο είδη διασταυρώνονται και κάνουν ένα υβρίδιο (π.χ. σε φυτά) [13] (βλ. McCourt και Hoshaw 1990, Mishler 1985). Υπάρχουν επίσης και περιπτώσεις ζώων τα οποία αναπαράγονται ασεξουαλικά [14] (βλ. Budd και Mishler 1990) και μάλιστα αυτά αποτελούν και τις πλέον σημαντικές περιπτώσεις αφού από αυτά τα όντα ξεκίνησε η ζωή (σύμφωνα με τη ΘτΕ) και αυτά συνεχίζουν να αποτελούν την πλειοψηφία των όντων πάνω στον πλανήτη (βλ. βακτηρίδια). Συν τοις άλλοις, ο έλεγχος της μη-συμβατότητας σε θέματα αναπαραγωγής είναι κάτι που ελάχιστες φορές γίνεται στην πράξη [15]. Οι επιστήμονες δεν περιμένουν να εξετάσουν το αν ένα γουρούνι π.χ. έχει δυνατότητα αναπαραγωγής με… άνθρωπο. Φαίνεται αστείο; Και όμως άνθρωποι πρωτόγονοι (και όχι μόνο) μπορούν και κάνουν σεξ με ζώα. Και επιστήμονες προσπαθούν να δημιουργήσουν υβρίδια ανθρώπου-χοίρου (κάτι που η Μ. Βρετανία ενέκρινε επίσημα το 2007). Γιατί λοιπόν είμαστε “διαφορετικό είδος” είπαμε;

Τις περισσότερες φορές οι επιστήμονες “ονομάζουν” διαφορετικό είδος μία απλή αλλαγή στο χρώμα των φτερών μια πεταλούδας ή στο μήκος των αυτιών ενός λαγού. Δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι αυτό είναι ένα νέο είδος. Η συζήτηση για τον ορισμό των ειδών φτάνει μάλιστα σε σημείο να αγγίζει και τη φιλοσοφία. Σύμφωνα με τους νομιναλιστές, η έννοια του “είδους” είναι μια εφεύρεση του ανθρώπου και ένα κατασκεύασμα της ανθρώπινης γλώσσας και όχι κάτι που υπάρχει [16].

Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν ενάντια στην ιδέα της ίδιας της έννοιας “είδος” και τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ “ειδών” με βάση τον ορισμό τους ως ομάδες ατόμων με τα παρόμοια χαρακτηριστικά. Για τον Δαρβίνο, δεδομένου ότι όλα τα άτομα ενός πληθυσμού εξελίσσονται συνεχώς, ο καθορισμός των ειδών είναι κάτι απολύτως αυθαίρετο και βασίζεται στην υποκειμενική άποψη του κάθε φυσιοδίφη! Ήταν μάλιστα πραγματικά υπερήφανος ότι είχε λύσει το πρόβλημα του καθορισμού των “ειδών” με να επισημάνει ότι ο εξελικτικός μηχανισμός αλλάζει συνεχώς τα χαρακτηριστικά των πληθυσμών και το που θα χαραχθεί η διαχωριστική γραμμή για να καθορίσει ένα νέο/ διαφορετικό είδος είναι κάτι απολύτως υποκειμενικό. [17]

theoryofevolution_skakos

Περί της φύσης της ΘτΕ

Η ίδια η “φύση” της θεωρίας της εξέλιξης είναι επιπλέον κάτι που χρήζει μεγάλης συζήτησης. Για παράδειγμα ας προσπαθήσουμε να συγκρίνουμε εμάς τους ανθρώπους με τα σκυλιά με όρους “εξέλιξης”. Εμείς κουραζόμαστε 15 ώρες την ημέρα για να έχουμε φαΐ, ενώ τα σκυλιά το βρίσκουν έτοιμο από εμάς. Εμείς μοχθούμε για να έχουμε ένα σπίτι, ενώ τα σκυλιά το βρίσκουν έτοιμο από εμάς. Εμείς μπορεί να μην έχουμε ασφάλεια υγεία, αλλά τα σκυλιά έχουν τους καλύτερους κτηνίατρους που μπορούμε να βρούμε. Πολλοί άνθρωποι μπορεί να πάσχουν από κατάθλιψη επειδή είναι μόνοι, αλλά οι σκύλοι πάντα θα έχουν έναν άνθρωπο για συντροφιά. Ποιο είδος είναι πιο “εξελιγμένο”;
Και η συζήτηση μπορεί να πάρει περίεργη τροπή αν αναλογιστούμε τη σύγκριση ανθρώπου-βακτηριδίων. Τα τελευταία έχουν αποδείξει ότι μπορούν και επιβιώνουν καλύτερα από κάθε άλλο είδος σχεδόν από τότε που υπάρχει ο πλανήτης μας. Αυτό τα κάνει πιο εξελιγμένα με όρους “εξέλιξης με φυσική επιλογή”; Αν ναι, τότε γιατί δεν προσπαθούμε να εξελιχθούμε και εμείς σε κάτι παρόμοιο; Αν όχι, τότε γιατί έχουν καταφέρει να επιβιώσουν τόσα δισεκατομμύρια χρόνια;

Latimeria chalumnae

Latimeria chalumnae

Η θεωρία της εξέλιξης είναι μη-διαψεύσιμη

Σύμφωνα με τον Carl Popper, σε κάθε επιστημονική θεωρία πρέπει να μπορείς με κάποιον τρόπο να αποδείξεις ότι η θεωρία είναι λανθασμένη, αλλιώς δεν πρόκειται για πραγματικά επιστημονική θεωρία. Για παράδειγμα, η θεωρία που λέει “όλοι οι βάτραχοι είναι πράσινοι”, αποδεικνύεται λάθος αν ανακαλύψουμε κάπου ένα βάτραχο μαύρο. Ωστόσο η θεωρία της εξέλιξης δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδειχθεί λανθασμένη, άρα δεν είναι γνήσια επιστημονική θεωρία. Όταν οι εξελικτικοί βιολόγοι βλέπουν ένα είδος, το ‘βαπτίζουν’ ως “ικανό για επιβίωση”, ενώ όταν δουν ένα είδος που έχει εκλείψει το ‘βαπτίζουν’ αυτόματα ως “μη-ικανό για επιβίωση”. Και στις δύο περιπτώσεις η ‘βάπτιση’ γίνεται εκ των υστέρων και όχι εκ των προτέρων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα να αποδειχθεί ότι η θεωρία είναι λάθος ποτέ και με κανέναν τρόπο. Κλασικό παράδειγμα των παραπάνω είναι η περίπτωση του ψαριού κοιλάκανθος (coelacanth ή Latimeria chalumnae). Το ψάρι αυτό πιστευόταν ότι έχει εκλείψει από την Κρητιδική περίοδο. Έτσι οι εξελικτικοί βιολόγοι έλεγαν ότι το εν λόγω ζώο “δεν ήταν ικανό για επιβίωση και ο μηχανισμός της φυσικής επιλογής το έκανε να εκλείψει”. Όμως το 1938 το εν λόγω ψάρι ανακαλύφθηκε ότι ζει και βασιλεύει! Μεγάλη αναταραχή επικράτησε στο χώρο της επιστήμης για την ανακάλυψη του, όμως οι εξελικτικοί βιολόγοι δεν αγχώθηκαν ιδιαίτερα να την εξηγήσουν. Και εκεί που θα νόμιζε κανείς πως η ανακάλυψη του ψαριού θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η θεωρία της εξέλιξης είχε κάνει λάθος στην περίπτωση του, οι εξελικτικοί βιολόγοι απλά είπαν “εντάξει, το ψάρι ήταν ικανό για επιβίωση και άρα επιβίωσε σύμφωνα με το μηχανισμό της φυσικής επιλογής”! Έτσι απλά. Και η ζωή συνεχίζεται…

Λανθασμένη επέκταση στη Φιλοσοφία…

Αν προσπαθήσουμε λανθασμένα να επεκτείνουμε την εφαρμογή της Θεωρίας της Εξέλιξης στο ερώτημα του αν υπάρχει σκοπός στην ύπαρξη του σύμπαντος, τότε θα καταλήξουμε στο περίεργο και παράλογο συμπέρασμα ότι είμαστε ένα «ατύχημα» της φύσης, ότι υπάρχουμε από «τύχη» επειδή απλά έτυχε διάφορα άτομα και μόρια να συναντηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να μας σχηματίσουν. Και γιατί υπάρχουμε; Χωρίς κανένα λόγο. (πόσο μεγάλη αντίθεση από τα κατά τα άλλα «δογματικά» Ευαγγέλια που διακηρύσσουν τη σημασία του λούγου με το «Εν αρχή ην ο Λόγος»…) Αυτό είναι μη-λογικό: με το να λες κάτι τέτοιο μειώνεις την αξία της ανθρώπινης ζωής και την εξομοιώνεις με την αξία μιας μπανάνας. Και επιλέγεις να αγνοήσεις όλες εκείνες τις ενδείξεις που αναφέρω παραπάνω σχετικά με τη ζωή και την ύπαρξη του ανθρώπου. Αν δεν έχουμε κάποιο σκοπό στη ζωή και όλα είναι τόσο μάταια, τότε γιατί προσπαθούμε συνέχεια να «βγούμε» από το θνητό μας σώμα και να αναπτυχθούμε πνευματικά; Το να λες ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε από το Θεό είναι σίγουρα περισσότερο επιστημονικό όσο και το να λες ότι δεν δημιουργήθηκε από κανέναν και ότι υπάρχει από πάντα χωρίς κανένα λόγο. Τουλάχιστον αυτό πιστεύουν οι βιολόγοι οι οποίοι σχεδιάζουν νέα είδη ή αλλάζουν το DNA (π.χ. με τη μέθοδο CRISPR) ώστε να απαλλάξουν τον άνθρωπο από κάποιες ασθένειες, αντί να αφήνουν τα πάντα στην τύχη.

Δεν γνωρίζω αν η μακρο-εξέλιξη τελικά ισχύει ή όχι. Πρόθεση μου δεν είναι να κρίνω μία βιολογική θεωρία, αλλά να επισημάνω τα όρια της και να θέσω την αντίθεση μου σε λάθος (δογματικούς) τρόπους σκέψης. Η μακρο-εξέλιξη δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι στιγμής πολλές φορές στη φύση, με λίγες εξαιρέσεις οι οποίες εξετάζονται [11][12]. Άρα είναι για εμένα σωστό το να μην αναφέρομαι σε αυτή σαν να είναι “γεγονός” ή κάτι που “ισχύει” σχεδόν σίγουρα. Όταν αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα (και οριστεί και το τι είναι το «είδος» βέβαια) καλώς θα κάνει να αποδειχθεί. Και ακόμα και τότε αυτό δεν θα έχει καμμία επίδραση σε τομείς εκτός του τομέα γνώσης και έρευνας της βιολογίας – όπως είναι η ανάλυση υπαρξιακών ζητημάτων. Έως τότε όμως δεν μπορώ να δεχθώ το να χρησιμοποιείται και μάλιστα με λάθος τρόπο, ειδικά όταν στην επιστήμη υποτίθεται πως ένα μόνο αντι-παράδειγμα αρκεί για να καταρρεύσει μια θεωρία (Κουν). Δηλαδή το ότι βλέπουμε τη χελώνα να μην έχει εξελιχθεί στο πλαίσιο διαφόρων διαφορετικών οικοσυστημάτων τα τελευταία εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια δεν έχει καμία επίδραση στην αυθεντία της ΘτΕ; Το ότι βλέπουμε το βακτηρίδιο να είναι πιο καλά προσαρμοσμένο από τον άνθρωπο για επιβίωση αλλά εμείς να επιμένουμε να θεωρούμαστε “πιο εξελιγμένοι” δεν  έχει καμία επίδραση στην αυθεντία της ΘτΕ;   Το γεγονός ότι η ΘτΕ δεν κάνει προβλέψεις (η «πρόβλεψη» για κάτι που έχει ήδη γίνει, όπως π.χ. η εξήγηση της ύπαρξης κάποιων απολιθωμάτων αφού τα βρούμε, δεν υπολογίζεται σαν «πρόβλεψη») για το μέλλον όπως κάθε επιστημονική θεωρία πρέπει να κάνει δεν έχει καμία επίδραση στην αυθεντία της ΘτΕ;

Όλα τα προβλήματα ξεκινάνε από το ότι οι οπαδοί της ΘτΕ δογματικά ανακοινώνουν πως αυτή εξηγεί τα πάντα (αλλά και τα πάντα, στα ζωάκια αναφέρομαι). Αν απλά έλεγαν ταπεινά πως “βρήκαμε ένα μηχανισμό που ισχύει, αλλά αυτός είναι μέρος μόνο του παζλ” τότε δεν θα βρισκόντουσαν στη δύσκολη θέση να πρέπει να εξηγήσουν ερωτήματα όπως αυτά που προαναφέρθηκαν σχετικά με τις χελώνες ή τα βακτηρίδια.

Η αντίθεση μου σε τέτοιους τρόπους σκέψης είναι ακόμα εντονότερη όταν γνωρίζω και βλέπω πως το θεμέλιο αυτού του τρόπου σκέψης είναι ένα υλιστικό ή μηδενιστικό φιλοσοφικό δόγμα. Σήμερα είναι η μακρο-εξέλιξη, αύριο μπορεί να είναι η θεωρία Χ. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να μην αφήνουμε τα φιλοσοφικά πιστεύω μας να μας υπαγορεύουν την επιστήμη μας. Ή τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε τις φιλοσοφικές θέσεις που οδηγούν τη σκέψη μας.

ΘτΕ και Άνθρωπος…

Συν τοις άλλοις, πολλοί πιστεύουν ότι δεν είναι σωστή ακόμα και η επέκταση της ΘτΕ στον άνθρωπο. Ο συνιδρυτής της Θεωρίας της Εξέλιξης, Alfred Russel Wallace (δημοσίευσε πρώτος τη θεωρία της εξέλιξης ένα χρόνο πριν τον Δαρβίνο, ο οποίος απλά έκλεψε πολλές ιδέες του από τον Wallace), πίστευε ότι η Θεωρία της Εξέλιξης – αν και μια σωστή θεωρία – δεν μπορεί να εξηγήσει τον άνθρωπο. Αυτός ο γίγαντας της βιολογίας ο οποίος διατέλεσε και πρόεδρος του Τμήματος Ανθρωπολογίας και του Τμήματος Βιολογίας της Βρετανικής Εταιρίας Επιστημών (British Association) πίστευε ότι η πνευματικότητα του ανθρώπου είναι κάτι που ξεφεύγει από τους νόμους της εξέλιξης και το οποίο μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την ύπαρξη μιας ανώτερης οντότητας όπως ένας Θεός.

Ο ίδιος ο Δαρβίνος αναγνώριζε πως η αχίλλειος πτέρνα της θεωρίας της εξέλιξης είναι ο ανθρώπινος αλτρουισμός. Πως μπορεί η θεωρία της εξέλιξης να τον εξηγήσει; Πως μπορεί κάποιος άνθρωπος, στα πλαίσια ενός μοντέλου «επιβίωσης του ισχυρότερου», να διακινδυνεύει τη ζωή του για να σώσει έναν άγνωστο (ή ακόμα και έναν εχθρό του), χωρίς να περιμένει να πάρει κάποιο αντάλλαγμα; Οι σημερινοί εξελικτικοί βιολόγοι, όπως ο Ντώκινς, προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο με σαθρά επιχειρήματα του τύπου “το τάδε ζώο επιδεικνύει αλτρουιστική συμπεριφορά”. Ωστόσο όλοι τους κάνουν το λάθος να συγχέουν την φαινομενικά “καλή” συμπεριφορά ενός ζώου που στόχο έχει κάποιο αντάλλαγμα (άμεσο ή έμμεσο) με τον καθαρό ανθρώπινο αλτρουισμό “δίνω χωρίς να παίρνω απολύτως τίποτα”. Όλοι οι σημερινοί βιολόγοι όταν αναφέρονται στον αλτρουισμό ουσιαστικά αναφέρονται σε συμπεριφορές του τύπου “κάνω κάτι για να πάρω κάτι σε αντάλλαγμα” και όχι σε πραγματικό αλτρουισμό.

Η φύση της θεωρίας της εξέλιξης βασίζεται σε πολλά δόγματα, όπως το δόγμα “δεν διαφέρουμε σε τίποτα από τα άλλα ζώα”, το δόγμα του υλισμού (είμαστε μόνο πολύπλοκα διατεταγμένη ύλη) ή του μηδενισμού (όλα είναι τυχαία, γιατί να νοιαζόμαστε για το ο,τιδήποτε;). Και κάθε σχετική συζήτηση θέλει προσοχή. Αν η ΘτΕ ενσωματώνει και τη διδαχή φιλοσοφικών δογμάτων όπως ο μηδενισμός (όλα είναι τυχαία και μάταια) τότε πρέπει να επανεξετάσουμε το πως συζητάμε για αυτήν.

Η θεωρία της εξέλιξης πρέπει να παραμείνει στο πεδίο της βιολογίας και να αφήσει την απάντηση των μεταφυσικών ερωτημάτων στους φιλοσόφους.

3.2 Η λάθος προσπάθεια εξήγησης της συνείδησης μέσω της χημείας

Οι νευροβιολόγοι (neurologists) σήμερα προσπαθούν να εξηγήσουν την ανθρώπινη συνείδηση με τη βοήθεια της χημείας των νευρώνων στο μυαλό μας. Αυτό δε φαίνεται να το καταφέρνουν και σήμερα, εν έτει 2018, τα μυστικά της συνείδησης μας παραμένουν πολύ καλά κρυμμένα.

Ορισμένοι θεωρούν ότι υπάρχει πρόοδος και πως είναι απλά θέμα χρόνου το να εξηγηθούν τα πάντα σχετικά με το μυαλό μας από την επιστήμη. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι βαδίζουν σε λάθος μονοπάτι. Οι νευροβιολόγοι σήμερα βρίσκουν ένα μέρος του εγκεφάλου να έχει δραστηριότητα όταν κάνουμε κάτι και θεωρούν ότι έτσι προσεγγίζουν την ανθρώπινη σκέψη. Βλέπουν κάποιους νευρώνες να ανταλλάσσουν χημικά μηνύματα με διπλανά τους κύτταρα και πιστεύουν ότι σταδιακά φτάνουν στην ερμηνεία της ανθρώπινης συνείδησης. Όμως δε λαμβάνουν υπόψη τους πολλά πράγματα: Η εύρεση συσχέτισης μεταξύ δύο πραγμάτων δε σημαίνει καταρχάς ότι το ένα είναι αιτία του άλλου. Το να προσπαθείς να εξηγήσεις την ανθρώπινη συνείδηση μέσω της ανάλυσης των νευρώνων και των χημικών ερεθισμάτων σε ατομικό επίπεδο, είναι σαν να προσπαθείς να αναλύσεις την “υγρότητα” του νερού αναλύοντας τα χημικά στοιχεία του οξυγόνου και του υδρογόνου. Η συνείδηση μας είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των νευρώνων μας. Η μηχανιστική αντίληψη ορισμένων νευροβιολόγων (ευτυχώς όχι όλων) για τη συνείδηση μας, βλέπει το πρόβλημα στις λάθος διαστάσεις του και με λάθος τρόπο. Όταν κάποιος ρωτάει “γιατί πετάει αυτό το αεροπλάνο;” θα μπορούσαμε να απαντήσουμε “πετάει επειδή τα άτομα του αέρα συγκρούονται με τα άτομα στο κάτω μέρος των φτερών και δημιουργούν άνωση”. Όμως αν μέναμε εκεί θα παραλείπαμε τους βασικούς και πραγματικά ουσιώδεις λόγους για τους οποίους πετάει: το ότι κάποιος αποφάσισε να φτιάξει αυτό το αεροπλάνο, το ότι κάποιος το σχεδίασε, το ότι ένας άνθρωπος ήθελε να γίνει πιλότος και εκπαιδεύτηκε για αυτό, το ότι ο πιλότος σήμερα αποφάσισε να απογειώσει το αεροπλάνο στον αέρα. Οι νευρώνες πράγματι είναι εκεί. Και πράγματι επιτελούν κάποιες λειτουργίες. Κανείς δεν το αρνείται αυτό. Όμως το να βλέπει κανείς μόνο αυτούς τους νευρώνες και να μη βλέπει τη συνολική εικόνα από “πάνω προς τα κάτω” είναι απλά λάθος. Το νερό τρέχει μέσα από σωλήνες. Αν σπάσουν οι σωλήνες το νερό παύει να τρέχει. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το νερό είναι ιδιότητα των σωλήνων ή ότι παράγεται από αυτούς.

READ ALSO:
Russel, Gödel, Tesla etc and scientific censorship...

Επιπλέον η ανάλυση της λειτουργίας των νευρώνων μας δίνει πληροφορίες για τις λειτουργίες του ανθρωπίνου εγκεφάλου. Όμως όλοι μας γνωρίζουμε ότι η “συνείδηση” είναι περισσότερο μία κατάσταση και όχι μια λειτουργία. Πως λοιπόν μπορεί η νευροβιολογία να ανακαλύψει τα μυστικά της αναλύοντας λειτουργίες; [18][19][20][21][22][23][24][25][26]

Σε  τελική ανάλυση ακόμα και αν βρούμε πως κάποιος νευρώνας ενεργοποιείται κάθε φορά που κλείνουμε τα μάτια μας, αυτό δεν θα έχει να μας πει τίποτα για το πως νοιώθουμε όταν κλείνουμε τα μάτια μας, για το λόγο για τον οποίο θέλουμε να κλείσουμε τα μάτια μας κλπ.

Η σημερινή επιστήμη δεν μπορεί να βρει απάντηση στο πως η συνείδηση δημιουργείται από την ύλη. Και αυτό μάλλον οφείλεται στο ότι ψάχνει λάθος ερώτημα. Σήμερα ολοένα και αυξάνει η δημοτικότητα της θεωρίας πως η ύλη είναι αποτέλεσμα της συνείδησης και όχι το αντίστροφο! (βλ. κβαντομηχανική και τη σημασία που δίνει στον παρατηρητή) Τα πάντα που νομίζουμε πως “υπάρχουν” είναι εκφάνσεις των αισθήσεων μας. Με αυτή την έννοια το δέντρο που βλέπω να “υπάρχει” είναι κάτι που έχει δημιουργήσει ο εγκέφαλος μου αντιλαμβανόμενος και ερμηνεύοντας τα σήματα των αισθητηρίων οργάνων μου. Ο “υπαρκτός” λοιπόν κόσμος αποτελεί το αποτέλεσμα της σκέψης και όχι η αιτία της.

Από την άλλη η συνείδηση φαίνεται να είναι πολύ πιο θεμελιώδης στην ουσία της από την ύλη. Μπορείς να αμφισβητήσεις πως αυτό το κείμενο που βλέπεις υπάρχει (στην πιο απλή περίπτωση κάποιος που είναι τυφλός δεν το βλέπει), αλλά ποτέ δεν θα αμφισβητήσεις την ικανότητα όλων των ανθρώπων να μιλάνε για το “εγώ” τους, σαν συνειδητά όντα. Η συνείδηση έχει τα πρωτεία επί της ύλης και όχι το αντίστροφο.

Ένα ηλεκτρόνιο είναι ένα ηλεκτρόνιο. Πολλά ηλεκτρόνια είναι πολλά ηλεκτρόνια. Πολλά ηλεκτρόνια δεν μπορούν να είναι “συνείδηση”. Δεν γίνεται να παραχθεί κάτι άυλο από την ύλη. Έχει καν νόημα να ρωτήσει κανείς πόσο ζυγίζει μια ιδέα;

Ο νους αλλάζει συνέχεια κύτταρα. Και όμως πάντα αισθανόμαστε οι ίδιοι. Πως γίνεται αυτό αν η συνείδηση είναι αποτέλεσμα της ύλης; (βλ. «Νους, Μορφογενετικά πεδία, Κβαντική φυσική», Harmonia Philosophica)

Αν δω έναν πίνακα και ξαφνικά “τρελαθώ” και του πετάξω ένα ποτήρι για να τον καταστρέψω, η σημερινή ψυχολογία θα πει ότι πάσχω από το σύνδρομο Sendhal: η συγκίνηση από έργα τέχνης με κάνει να συμπεριφέρομαι παράλογα. Οι νευρώνες μου λοιπόν μου είπαν τι να κάνω; Μήπως όμως ανάγοντας τα πάντα στους νευρώνες χάνεται η “ελεύθερη βούληση”; Εγώ ήθελα να πετάξω το ποτήρι. Η σύγχρονη έρευνα για τον ανθρώπινο νου αρνείται το βασικό στοιχείο που μας κάνει αυτό που είμαστε και το οποίο αισθανόμαστε κάθε μέρα: το ότι είμαστε εμείς που σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, δρούμε…

Η σημερινή επιστήμη δυσκολεύεται να βρει την ανθρώπινη συνείδηση γιατί λειτουργεί κάτω από το δόγμα του υλισμού. Ο υλισμός εξ’ ορισμού δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις για τη σχέση υποκειμένου – αντικειμένου. Στη σύγχρονη κβαντομηχανική έχουμε βρει ότι ο παρατηρητής ουσιαστικά διαμορφώνει, απλά κοιτώντας, το αποτέλεσμα ενός πειράματος (βλ. για παράδειγμα το περίφημο πείραμα των δύο σχισμών). Όμως αν συμβαίνει αυτό και ταυτόχρονα οι υλικές αλληλεπιδράσεις δεν είναι ικανές να κάνουν κάτι τέτοιο, αυτό δε σημαίνει ότι η συνείδηση μας αποτελείται από κάτι το μη-υλικό, όπως λέει και ο Neumann;

Αν δέχεσαι αξιωματικά ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο εκτός από την ύλη, πως μπορείς να βρεις το πνεύμα; Η απάντηση είναι ότι δεν μπορείς. Μόνο αν αλλάξουμε τις βάσεις της σημερινής επιστήμης και απομακρυνθούμε από το δόγμα του υλισμού θα μπορέσουμε να βρούμε την απάντηση…

Το πρόβλημα της ανθρώπινης συνείδησης ίσως αποτελέσει τελικά την αχίλλειο πτέρνα της σύγχρονης υλιστικής θεώρησης του κόσμου που μερικοί άθεοι θέλουν να επιβάλλουν δια της πλαγίας οδού.

3.3 Ιατρική – Ένα λάθος επιχείρημα υπέρ της επιστήμης

Πολλές φορές σε διάφορους διαλόγους βλέπω άτομα να χρησιμοποιούν την Ιατρική σαν το ύστατο επιχείρημα υπέρ της επιστήμης. “Αν αρρωστήσεις, τι θα κάνεις; Δεν θα πας στο γιατρό;”, ρωτάνε με προσποιητή απλότητα και λίγη αυταρέσκεια…

Πόσο όμως μπορεί να είναι η ιατρική “επιστήμη” με την έννοια που οι φίλοι του επιστημονισμού το επιθυμούν;

Όποιος (και εγώ το έχω κάνει) έχει κάνει εγχείρηση θα έχει προσέξει ένα μικρό έντυπο που του δίνουν να υπογράψει πριν μπει στο χειρουργείο: “Δέχομαι ότι η ιατρική ΔΕΝ είναι μια ακριβής επιστήμη και ότι… μπλα μπλα μπλα”… Μια μικρή πρόταση που λέει πολλά, ειδικά σε όσους έχουν περάσει ιατρικές αγωνίες και τις σχετικές δύσκολες στιγμές.

Όλοι μας αναγνωρίζουμε πως η ιατρική σήμερα κάνει θαύματα.
Θέλω όμως να τονίσω μερικά σημεία που είναι κρίσιμα και τη βγάζουν από το… βάθρο της βασίλισσας των θετικών επιστημών (εκτός από το προαναφερθέν ανέκδοτο).

Καταρχάς η σχέση ιατρού-ασθενούς είναι καθαρά προσωπική, υποκειμενική και τόσο βαθιά ψυχολογική ώστε ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με τον αποστειρωμένο χώρο της “θετικής επιστήμης”. Ένας καλός γιατρός είναι αυτός που επικοινωνεί. Και για να το κάνει αυτό πρέπει να είναι άνθρωπος. Όχι μηχανή. Αυτή η ανθρώπινη σχέση και η πίστη που εμπνέει στον ασθενή είναι η βάση της ιατρικής. Η ιατρική έχει μεγάλη σχέση με έννοιες όπως η αγάπη και η πίστη, ο ρόλος της οποίας στη θεραπεία είναι θεμελιώδης. Και όταν αναλύσουμε τη σχέση της ιατρικής με αυτές τις έννοιες ίσως εκπλαγούμε από το πόσο “αντιεπιστημονική” και “παράλογη” μπορεί να είναι η ιατρική.

Άλλωστε πολλές εξαιρετικές εναλλακτικές θεραπείες έχουν τη βάση τους σε τελείως διαφορετικά πράγματα από αυτά στα οποία βασίζεται η δυτική ιατρική μας – πράγματα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «πνευματικά». Αυτό σημαίνει πως είναι λάθος; Ή πως εμείς κάνουμε λάθος, βλέποντας τον άνθρωπο σαν μια μηχανή που απλά θέλει επιδιόρθωση όπως ένα αυτοκίνητο θέλει service; Άλλωστε το φαινόμενο του placebo (θεραπεύομαι απλά και μόνο επειδή το πιστεύω, χωρίς να έχω πάρει κάποιο φάρμακο) είναι τόσο καλά θεμελιωμένο, που αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο μέρος των κλινικών δοκιμών κάθε φαρμάκου. Και όμως, ακόμα θεωρούμε πως τα φάρμακα είναι αυτά που κυρίως θεραπεύουν…

Είναι επίσης μεγάλο λάθος να μπερδεύει κανείς την τεχνολογία με την ιατρική. Πολλές ανθρώπινες ζωές έχουν σωθεί λόγω των αποχετεύσεων και της χλωρίνης (και όχι λόγω της ιατρικής) για παράδειγμα. Τι σημαίνει άλλωστε κάνω διάγνωση για καρκίνο; Ζω μια ζωή με χημειοθεραπείες. Μια ζωή που δεν είναι ζωή. Οι περισσότεροι γιατροί που διαγιγνώσκονται με καρκίνο αποφασίζουν να πεθάνουν ήσυχοι και χωρίς καμία θεραπεία! [46] Μήπως κάτι ξέρουν;

Κάτι που μας φέρνει και στην ουσία του θέματος. Μια ουσία που η σύγχρονη επιστήμη θέλει να αποφεύγει να συζητήσει (γαντζωμένη στο δόγμα του υλισμού γαρ), αλλά την οποία ουσία διακηρύσσει εδώ και χιλιάδες χρόνια η θρησκεία. Όσο και αν ακουστεί περίεργο, ποιος γνωρίζει πως η υγεία είναι καλύτερη από την αρρώστια; Ο Σεστώφ (Shestov) έλεγε πως η πλειοψηφία ποτέ δεν έχει βγάλει σωστή “απόφαση” για κανένα σοβαρό φιλοσοφικό θέμα. Εγώ σαν άνθρωπος θέλω την ιατρική, θέλω τα παυσίπονα. Ωστόσο είμαι αδύναμος σαν τον κάθε άνθρωπο. Μπορώ να καθορίζω τι είναι “καλό” και τι είναι “κακό”; Αν η αρρώστια είναι μέρος της Φύσης, ποιος ο ρόλος μας στην καταπολέμηση της; Μεγάλες φιλοσοφικές σχολές και μεγάλοι μύστες κατά καιρούς έχουν μιλήσει για την αξία του πόνου στη ζωή μας. Αυτό δεν είναι κάτι εύκολο να το δεχθούμε, αλλά σίγουρα μπορούμε να το βάλουμε στη συζήτηση και να δούμε τα πράγματα με ποιο ανοιχτό μυαλό. Αν δέχεσαι τη ζωή σαν υπέρτατο αγαθό και αν ο θάνατος είναι αναπόσπαστο μέρος της, τι σου λέει πως και αυτός δεν είναι κάτι καλό; Όσο και αν είναι δύσκολο να το δεχθούμε, η φιλοσοφία δεν έχει πει την τελευταία της λέξη αναφορικά με τα παραπάνω σημαντικά ζητήματα.

Η συζήτηση είναι μεγάλη και κάθε άλλο παρά τελειωμένη. Υπάρχουν πολλά που χρήζουν πιο σοβαρής εξέτασης στο πλαίσιο της γενικότερης επανεξέτασης της θέσης μας απέναντι στη φύση και τον ίδιο μας τον εαυτό. Για παράδειγμα έρευνες έχουν δείξει ότι όταν οι γιατροί κάνουν μακροχρόνιες απεργίες, το ποσοστό θνησιμότητας μένει το ίδιο ή, πολλές φορές, μειώνεται!! [41, 42, 43, 44] Ένα περίεργο συμπέρασμα που δεν συνάδει με πολλά που έχουμε μάθει.

Πιστεύω στην ιατρική.

Χρησιμοποιώ την ιατρική.

Απλά δεν θεωρώ πως είναι το “άγιο δισκοπότηρο” το οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί κατά βούληση ο κάθε υποστηρικτής του επιστημονισμού (όχι της επιστήμης) όταν τα βρίσκει σκούρα.

sunrise-among-snow

3.4 Σύγχρονη φυσική ως συλλογή δεδομένων (και τίποτα παραπάνω)

Πολλοί θαυμάζουν τους σημερινούς επιστήμονες στο CERN για τα όσα κάνουν. Ωστόσο για να σκεφτούμε λίγο πιο ψύχραιμα: τι κάνουν ακριβώς; Τι είναι αυτό που αλήθεια κάνουν κάθε μέρα; Η απάντηση είναι ωμή όσο και απογοητευτική: η σύγχρονη επιστήμη δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από μια διαδικασία αδιάκοπης “συλλογής δεδομένων” (data collection) χωρίς κανένα ίχνος επιστημονικής έμπνευσης ή πρωτότυπης σκέψης. Κάποιος κάποτε, χιλιάδες χρόνια πριν, εμπνεύστηκε ένα μοντέλο σωματιδίων και έκτοτε φυσικοί από όλον τον κόσμο βάζουν σωματίδια να συγκρούονται μεταξύ τους σε μεγάλους επιταχυντές για να “δουν τι θα γίνει”.

Ο Νεύτωνας (Newton), ο Μπορ (Bohr), ο Αινστάιν (Einstein) και ο ντε Μπρόιγ (de Broglie) δεν χρειάστηκαν τεχνολογικό εξοπλισμό δισεκατομμυρίων για να κάνουν τις ρηξικέλευθες ανακαλύψεις τους. Και οι ανακαλύψεις αυτές άλλαξαν τον τρόπο που σκέφτονται οι φυσικοί έως και σήμερα.

Τώρα αντί για τέτοιους επιστήμονες, έχουμε χιλιάδες ασήμαντους φυσικούς να ψάχνουν με μανία δισεκατομμύρια χρηματοδότησης για να κάνουν συγκρούσεις, να βρουν και άλλα σωματίδια, μετά να αναζητήσουν τα σωματίδια τα οποία συνιστούν τα σωματίδια που βρήκαν πριν, μετά να κάνουν και άλλες συγκρούσεις κ.ο.κ. σε ένα ατελείωτο «πάρτι» δολαρίων και τεμπελιάς. Τεμπελιάς να σκεφτεί κανείς αληθινά, να ανακαλύψει κάτι ουσιωδώς σημαντικό, να ανατρέψει τα δεδομένα, να βοηθήσει στην προώθηση της επιστημονικής σκέψης αντί απλά να αναλύει αυτά που ήδη έχουν καθιερωθεί ως «ορθά» σχεδόν εκατό χρόνια πριν (ή και παραπάνω). Το μοντέλο “κάνω μετρήσεις, τις καταγράφω και εκδίδω ένα νέο paper” είναι το νέο μοντέλο της νέας “επιστήμης”.

Όσοι λοιπόν θαυμάζουν τη σύγχρονη φυσική ας το ξανασκεφτούν. Τα έξοδα για την επιστήμη είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογα της ουσιαστικής προόδου της…

4. Ανάγκη επαναπροσδιορισμού

Πέραν όλων των παραπάνω θεμάτων, η ουσία του προβλήματος βρίσκεται σε άλλο επίπεδο: Η «θετική» επιστήμη έχει σταματήσει να έχει σαν βασικό της στόχο τη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου εδώ και καιρό. Με το να λες στους ανθρώπους ότι είναι μόνο χώμα και νερό σίγουρα δε βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση (αν και μπορεί να βοηθήσει κάποιους «επιστήμονες» να πάρουν γενναίες επιχορηγήσεις για να μελετήσουν το πόσο μοιάζουμε με τις… μπανάνες). Οι σημερινοί επιστήμονες πρέπει να συμφιλιωθούν ξανά με τη φιλοσοφία και να αρχίσουν να ψάχνουν την αλήθεια με έναν πιο ολιστικό τρόπο σκέψης – όπως έκαναν την εποχή του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα.

Η σύγχρονη επιστήμη πρέπει να απομακρυνθεί και να δει με πιο κριτική ματιά τα παραπάνω αξιώματα (δόγματα) στα οποία βασίζεται και να επαναπροσδιοριστεί ως προς αυτό που αποκαλούμε “‘άνθρωπος”. Σίγουρα οι θετικές επιστήμες είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την ανάλυση του κόσμου, αλλά αυτό δε δικαιολογεί την αλαζονεία ορισμένων που πιστεύουν ότι βρήκαν τη λύση στα προβλήματα της ύπαρξης μας αναλύοντας ένα φάσμα ή μελετώντας μία κυτταρική δομή. Σίγουρα κάποιος σε περίπτωση ασθένειας πρέπει να βασιστεί στην επίσημη ιατρική επιστήμη, αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι για την εγκυρότητα της θρησκείας ή της φιλοσοφίας. Σίγουρα κάποιος που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή μπορεί να φιλοσοφεί, όπως και ένας θρησκευόμενος μπορεί να κάνει επιστήμη.

Δε υπάρχουν μόνο οι θετικές επιστήμες, αλλά και οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Δεν υπάρχει μόνο επιστήμη, αλλά και θρησκεία. Ο μονολιθικός τρόπος σκέψης οδηγεί κατά κανόνα σε σκοτεινά μονοπάτια.

5. Μαθηματικοί που δε μετράνε…

Σχετικά με την «αλήθεια» της επιστήμης, θα ρωτήσω έναν «πιστό» της επιστήμης που φροντίζει να αγνοεί τις ατέλειες της το εξής απλό: Έστω ένας πλανήτης που απέχει από τη Γη 3,000,000 km και απομακρύνεται με σταθερή ταχύτητα 5 m/sec. Ποια είναι η απόσταση του μετά από Ö(2) ή μετά από π (= 3,14159…) δευτερόλεπτα; Ή ίσως μπορεί να απαντήσει σε ένα άλλο πιο απλό ερώτημα: υπάρχει ο αριθμός π; Μπορεί να πιστεύει κανείς στην ύπαρξη ενός αριθμού τον οποίο δεν μπορεί να γράψει στο χαρτί γιατί δεν ξέρει και ούτε πρόκειται ποτέ να μάθει τα ψηφία του; Τι σημαίνει «υπάρχει ένας αριθμός, του οποίου όμως δεν ξέρω τα ψηφία του»; Δεν σου μοιάζει επικίνδυνα πολύ με το «υπάρχει Θεός, τον οποίο όμως δεν ξέρω πως είναι»; Τα μαθηματικά, αν και είναι η πλέον «καθαρή» μορφή επιστήμης και η καλύτερα θεμελιωμένη, δεν μπορούν να γράψουν σε ένα χαρτί τους αριθμούς! Όχι επειδή δεν έχουν πολύ χαρτί, αλλά επειδή δεν ξέρουν! Ποιος είναι ο επόμενος αριθμός του 1; Το 1.00001; Όχι. Το 1.00000000001; Πάλι όχι. Όσο μακριά και αν πας, ποτέ δε θα μπορείς να βρεις ποιος είναι ο επόμενος πραγματικός αριθμός του 1. Κάτι που φαντάζει στοιχειώδες, τελικά δεν είναι και τόσο πολύ. Και αν υπάρχουν τόσο βασικά και θεμελιώδη προβλήματα στο ανθρώπινο καθαρό κατασκεύασμα των μαθηματικών, τότε ποια επιστήμη μπορούμε να εμπιστευτούμε; Η απάντηση που θα δώσει ένας μαθηματικός είναι «Ο π είναι άρρητος αριθμός». Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει απλά ότι «Δεν μπορούμε να γράψουμε τα ψηφία του π» και τίποτα παραπάνω. Ο μαθηματικός θα απαντήσει «Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιος είναι ο επόμενος αριθμός του 1, ωστόσο η θεωρία περί του απείρου είναι μια καλά θεμελιωμένη θεωρία. Σε τελική ανάλυση μπορεί να μην ξέρουμε τον επόμενο αριθμό του 1, αλλά αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των μαθηματικών». Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει απλά ότι «Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο επόμενος αριθμός του 1» και τίποτα παραπάνω. Πιστεύουμε ότι υπάρχει, αλλά δεν τον ξέρουμε! Και τονίζω για άλλη μια φορά ότι τα μαθηματικά και ο φορμαλισμός τους είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Δε μας επέβαλε κανένας να χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους συμβολισμούς για τους αριθμούς. Μόνοι μας το επιλέξαμε και όμως δεν μπορούμε να γράψουμε ή να γνωρίζουμε τους αριθμούς τους οποίους εμείς εφεύραμε. Τι σημαίνει αυτό για την αλήθεια των μαθηματικών; Αν δε σημαίνει κάτι, τότε γιατί η «εγκυρότητα» της θρησκείας καταρρακώνεται στα μάτια των άθεων όταν ρωτάνε ποια είναι τα χαρακτηριστικά του Θεού και δεν παίρνουν συγκεκριμένη απάντηση; Ας πάμε όμως και σε πιο απλά πράγματα: έχω ένα τραπέζι στο σπίτι μου και θέλω να μετρήσω το μήκος του. Χρησιμοποιώντας ένα μέτρο βρίσκω ότι έχει μήκος 2.5 μέτρα. Είναι αυτό το μήκος του; Την επόμενη μέρα έρχεται σπίτι μου ένας φίλος μου και χρησιμοποιώντας το δικό του μέτρο – το οποίο έχει μεγαλύτερη ακρίβεια – βρίσκει το μήκος ίσο με 2.534 μέτρα. Είναι αυτό το μήκος του; Χρησιμοποιώντας μια μετρητική συσκευή με laser βρίσκω με μεγαλύτερη ακρίβεια ότι το μήκος είναι 2.5341765 μέτρα. Είναι αυτό τα μήκος του; Απογοητευμένος, αποφασίζω να καταφύγω στην υπέρτατη λύση: το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Έτσι με ένα SEM προσπαθώ να δω ποιο ακριβώς είναι το μήκος! Πάλι όμως δεν τα καταφέρνω! Τα στοιχειώδη σωματίδια δε βρίσκονται σε συγκεκριμένο μέρος και η αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ (Heisenberg) με εμποδίζει από το να δω την ακριβή θέση τους! Συμπέρασμα: δεν μπορώ να μετρήσω το μήκος του τραπεζιού μου για να ξέρω τι μήκος τραπεζομάντηλο θα αγοράσω! Φυσικά ένας φυσικός θα απαντήσει «Το μήκος του τραπεζιού σου προσδιορίζεται με ικανοποιητική ακρίβεια η οποία σου επιτρέπει να ξέρεις τι τραπεζομάντηλο θα αγοράσεις». Τι σημαίνει αυτό; Ότι «δεν μπορούμε να μετρήσουμε το μήκος του τραπεζιού σου» και τίποτα παραπάνω! Και ναι, τελικά θα αγοράσω τραπεζομάντηλο. Έτερον εκάτερον.

Με ποιο δικαίωμα λοιπόν μια επιστήμη που δεν μπορεί να γράψει ή να μετρήσει κατηγορεί τη θρησκεία για ανεπάρκεια; Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου επιστήμονα και χρησιμοποιώ την επιστήμη καθημερινά για να λύσω προβλήματα μου. Το ίδιο όμως κάνω και με τη Θρησκεία, την οποία δε βάζω σε ανταγωνισμό με την επιστήμη. Το γεγονός όμως ότι χρησιμοποιώ την επιστήμη δε μου δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τα μαθηματικά ή η φυσική έχουν ανακαλύψει κάποια αναντίρρητη αλήθεια για τον κόσμο στον οποίο ζω.

Η γνώση όχι μόνο της άγνοιας σαν έννοια, αλλά και του βαθμού της άγνοιας είναι σημαντική για ένα μορφωμένο άνθρωπο. Θεός, θεωρία, θεολογία, όλα είναι λέξεις και έννοιες αλληλένδετες…

c1cd02e24255688b3c6c9ac22069a6e6-1

Γ. Συμπερασματικά

Εν κατακλείδι, κλείνοντας αυτό το κομμάτι της ανάλυσης της θρησκείας και της επιστήμης, πρέπει να πούμε ότι δεν υφίσταται πραγματικός «πόλεμος» μεταξύ των δύο. Απλά έχει πάψει η μεταξύ τους επικοινωνία. Και είναι καθήκον κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου να αποκαταστήσει αυτή την επικοινωνία.

Το πρόβλημα της Ανθρώπινης Προόδου

Ο άνθρωπος προοδεύει σε όλους τους τομείς. Σταδιακά μαθαίνουμε πράγματα τόσο σε τεχνολογικό, όσο και σε ηθικό επίπεδο. Γινόμαστε καλύτεροι βλέποντας τα λάθη των γονιών μας. Οι κοινωνίες μας προοδεύουν. Ακόμα και αν κάποιος αρνηθεί την πρόοδο σε ορισμένους τομείς, δύσκολα θα μπορεί να πει ότι δεν υπάρχει πρόοδος σε κανέναν τομέα. Ορισμένοι δαρβινιστές ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει πρόοδος, παρά μόνο μια ψευδαίσθηση της προόδου. Πιστεύουν δηλαδή ότι η μόνη δυνατή “πρόοδος” είναι μέσω των τυχαίων μεταλλάξεων και της φυσικής επιλογής. Δε συμφωνώ. Μπορεί αυτή η πρόοδος να είναι εξαιρετικά αργή σε ορισμένους τομείς, αλλά υπάρχει. Η πρόοδος αυτή δεν είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης, αλλά της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης. Και αυτή η πρόοδος υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι το ίδιο με τα άλλα είδη όπως η θεωρία της εξέλιξης υποστηρίζει. Ο άνθρωπος είναι το μόνο είδος που δεν επηρεάζεται μόνο από το περιβάλλον, αλλά το επηρεάζει και αυτός. Η εξέλιξη μας δεν είναι μια απλή προσαρμογή ενός είδους στο περιβάλλον του (όπως σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης συμβαίνει για όλα τα είδη), αλλά μέσω της τεχνολογίας και της μοριακής τεχνολογίας μπορούμε και να σχεδιάσουμε οι ίδιοι το μέλλον μας και να αλλάζουμε το περιβάλλον μας κατά βούληση. Ακόμα αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα σε έναν άσκοπο κόσμο, πάλι συνεχίζουμε να διαφέρουμε εκπληκτικά από έναν πίθηκο κατά το ότι γνωρίζουμε την ασημαντότητα μας. Ωστόσο ο κόσμος φαίνεται να έχει ένα νόημα και η ζωή μας να έχει σκοπό – κατά πάσα πιθανότητα την ίδια την κατανόηση του κόσμου. Σίγουρα η κοινωνία στην οποία ζούμε καθορίζει μερικές φορές το πως θα εκφραστούν ορισμένα από τα ‘ανώτερης υφής’ χαρακτηριστικά μας όπως η ίδια η ελεύθερη βούληση, αλλά δύσκολα κάποιος θα αρνηθεί ότι τέτοια ‘ανώτερα’ χαρακτηριστικά υπάρχουν στον άνθρωπο. Το γεγονός ότι όχι μόνο έχουμε συνείδηση της ύπαρξης μας, αλλά και ότι έχουμε τη βούληση να τη βελτιώσουμε, δείχνει ότι είμαστε κάτι παραπάνω από πιθηκίζουσες μορφές…

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι τα τελευταία πενήντα χρόνια, η πρόοδος την οποία υποσχέθηκε η υλιστική επιστήμη στο τέλος του 21ου αιώνα δεν παραδόθηκε ποτέ. Σε αντίθεση με σχετικά πρόσφατες εποχές του παρελθόντος όπου η επιστημονική σκέψη ήταν πιο ολιστική, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σήμερα έχουμε ουσιαστική πρόοδο σε πολλούς τομείς [18]. Η επιστήμη σήμερα περισσότερο παρατηρεί και καταγράφει δεδομένα παρά δημιουργεί ουσιαστικά νέες καινοτόμες θεωρίες για την ερμηνεία τους. Το να έχουμε CD-ROMs και DVDs δεν είναι πρόοδος. Και η έλλειψη επαφή της επιστήμης με τη θρησκεία, η οποία νοηματοδοτεί την ανθρώπινη δραστηριότητα με μια σύνδεση με το υπερβατικό, είναι βασικός λόγος για αυτή την παρανόηση.

Η επιστήμη έχει απομακρυνθεί σήμερα από κάθε τι μας κάνει ανθρώπους. Και για αυτό έχει περιέλθει σε πολλά αδιέξοδα από τα οποία δεν φαίνεται να μπορεί να ξεφύγει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποτυχία εξήγησης πραγμάτων που αισθανόμαστε καθημερινά, όπως η ίδιας μας η συνείδηση ή η ελεύθερη μας βούληση.

Ελπίζω αυτό να οδηγήσει την επιστήμη σε πιο ολιστικούς τρόπους σκέψης, όπως σκεπτόταν την “παλιά” καλή εποχή του Αριστοτέλη ή ακόμα και του πιο πρόσφατου Αϊνστάιν…

Μετα-μοντέρνα φιλοσοφία

Ο Βιτγκενστάιν (Wittgenstein) – ένας πρωτοπόρος μετα-μοντέρνος φιλόσοφος – πίστευε ότι τα περισσότερα φιλοσοφικά προβλήματα είναι παρεξηγήσεις που οφείλονται στους περιορισμούς της γλώσσας που χρησιμοποιούμε.  Για παράδειγμα η φράση «το γουρούνι καλαρίζει» δεν μπορεί να είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής. Η φράση αυτή απλά είναι α-νοησία, δεν έχει κανένα νόημα αφού χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν υπάρχουν. Έτσι δεν μπορούμε να πούμε αν είναι αληθής ή όχι.

Με παρόμοιο τρόπο η ερώτηση «υπάρχει Θεός;» είναι άνευ νοήματος: δε γνωρίζουμε ούτε έχουμε ορίσει ακριβώς τι είναι ο «Θεός», δεν έχουμε ξεκαθαρίσει τι σημαίνει «υπάρχω». Κατά συνέπεια ούτε για αυτή την πρόταση μπορούμε να αποφανθούμε το αν είναι αληθής ή ψευδής.

Τα διδάγματα του Βιτγκενστάιν σχετικά με τη γλώσσα και τους περιορισμούς της παρεξηγήθηκαν από πολλούς, οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν για να δείξουν ότι δεν υπάρχει Θεός. Για παράδειγμα ο γνωστός Κύκλος της Βιέννης προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το έργο του Βιτγκενστάιν για να υποστηρίξει τις αθεϊστικές τάσεις του και για το λόγο αυτό ο Βιτγκενστάιν ποτέ δεν πήγαινε στις συναντήσεις του Κύκλου.

Ωστόσο ο Βιτγκενστάιν στο έργο του Tractatus Logico-Philosophicus ήταν ξεκάθαρος: τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή είναι αυτά για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε! Πράγματι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το «Θεό», ωστόσο αυτό δε σημαίνει κάτι για την ύπαρξη του. Η σιωπή άλλωστε για πολλούς μύστες λέει περισσότερα από τον πιο καλά δομημένο λόγο. Η λογική αυτή είναι παρόμοια με αυτή που ανέφερα παραπάνω. Όσες «αποδείξεις» ή «ενδείξεις» και αν έχουμε, ποτέ δε θα μπορούμε να πούμε κάτι τελειωτικά αληθές για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Πάντα στο τέλος χρειάζεται ένα «άλμα» πίστης. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε αποτελεί η ίδια τον περιορισμό για να απαντήσουμε στο ερώτημα της ύπαρξης μας. Ο Βιτγκενστάιν θεωρούσε ότι τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι αυτά που τελικά έχουν τη μεγαλύτερη σημασία ακριβώς επειδή η απάντηση τους είναι εκτός του κόσμου τούτου, ενώ όλα τα άλλα τα οποία συμβαίνουν στον κόσμο μας είναι «ατυχήματα» χωρίς καμία μεγάλη σημασία.

Όπως έλεγε και ο μεγάλος στοχαστής Χάιντεγκερ [25], μπορεί να μη γνωρίζουμε τι είναι το “είναι”, αλλά η συνεχής αναζήτηση για το νόημα αυτής της λέξης είναι που μας κάνει ανθρώπους…

Επίλογος

Δεν μπορείς να μετρήσεις την πνευματική ανάταση που νοιώθεις από την ανάγνωση ενός ποιήματος ή από το άκουσμα ενός κομματιού κλασικής μουσικής, ούτε να βρεις με ποιον τρόπο αυτή η διαδικασία βοηθάει την επιβίωση σου. Δεν μπορείς να μετρήσεις την αγάπη προς ένα φιλικό σου πρόσωπο, ούτε να κατανοήσεις γιατί θα πας να διακινδυνεύσεις ακόμα και τη ζωή σου για τον εχθρό σου αν τον δεις να υποφέρει. Δεν πρόκειται κανένας ποτέ να βρει επιστημονικά αποδείξιμη εξήγηση για τόσες πράξεις αυτοθυσίας για ανώτερα ιδανικά όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ή η ελευθερία του λόγου, βασισμένος αποκλειστικά και μόνο σε όρους φυσικής επιλογής και επιβίωσης των ειδών. Δεν πρόκειται ποτέ κάποια επιστημονική σχολή να εξηγήσει την ύπαρξη των κανόνων της ηθικής στην ανθρώπινη κοινωνία ή να μετρήσει την ορθότητα τους, με τον ίδιο τρόπο που εξηγεί την ύπαρξη του αριθμού “π” και “δε” μετράει την τιμή του. Οι βιολόγοι δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβουν γιατί οι άνθρωποι αυτοκτονούν για μια ανύπαρκτη αγάπη, την ίδια στιγμή που τα ζώα σκοτώνουν για ένα σπόρο βατόμουρου. Οι εξελικτικοί ψυχολόγοι δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσουν γιατί όλοι οι άνθρωποι θεωρούν πως αξίζει να δώσουν τη ζωή τους για κάτι “ανώτερο”, έχοντας σαν βάση ότι τίποτα πέραν αυτής της ζωής δεν υπάρχει. Οι ά-θεοι (αντι-χριστιανοί μάλλον) επιστήμονες ποτέ δεν πρόκειται να βρουν το Θεό στο σύμπαν, με τον ίδιο τρόπο που οι α-ωρολογοποιοί δεν πρόκειται ποτέ να βρουν τον ωρολογοποιό βλέποντας ένα ρολόι πεταμένο στη μέση μιας ερήμου.

Ο κόσμος μας δίνει πολλές ενδείξεις για να δούμε την αλήθεια. Αν θέλουμε θα δούμε πως υπάρχει κάτι ανώτερο που διέπει την ύπαρξη μας. Το ότι είναι μη-μετρήσιμο και όχι εύκολα προσδιορίσιμο δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Αν αντίθετα μείνουμε προσκολλημένοι σε όσα μπορούμε να αποδείξουμε μέσα στο χώρο ενός εργαστηρίου ή με τη βοήθεια ενός οργάνου μέτρησης, τότε δε θα βρούμε ποτέ τίποτα που να διαφοροποιεί εμάς τους ανθρώπους από τις πέτρες ή τα βακτηρίδια. Ας μην ξεχνάμε ότι η ιδέα περί μιας “Πρώτης Αιτίας” και ενός “Θεού” υπάρχει από την εποχή του Αριστοτέλη, ο οποίος με κάθε βεβαιότητα δεν ήταν Χριστιανός.

Όπως δήλωσε και η Ακαδημία των Αθηνών στις 23 Ιουνίου 2006 σχετικά με τη θεωρία της εξέλιξης: “η ανθρώπινη κατανόηση των εννοιών της αξίας και του σκοπού εκφεύγει των ορίων των θετικών επιστημών” και “σε αυτήν συμβάλλουν μια σειρά από παράγοντες -επιστημονικοί, κοινωνικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, πολιτιστικοί και πολιτικοί […] αυτοί οι διαφορετικοί τομείς οφείλουν να έχουν αμοιβαίο σεβασμό και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουν πλήρως τόσο τους δικούς τους τομείς δράσης όσο και τους περιορισμούς τους”. [47] Αυτός ο εκατέρωθεν σεβασμός είναι που λείπει σήμερα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Edward J. Larson του πανεπιστημίου της Γεωργίας (ΗΠΑ) επανέλαβε το 1997 μία έρευνα που είχε γίνει το 1916 (από το γνωστό ψυχολόγο James Leuba) σχετικά με τις πεποιθήσεις των επιστημόνων για την ύπαρξη Θεού, βρήκε έκπληκτος ότι το ποσοστό των επιστημόνων που πιστεύουν δεν είχε αλλάξει καθόλου αν και η επιστήμη έχει προοδεύσει πολύ. Ένα σταθερό 40% από τους επιστήμονες που ερωτήθησαν (μεταξύ τους και βιολόγοι), απάντησαν ότι πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού παρά τις εκπληκτικές ανακαλύψεις της επιστήμης τα χρόνια που μεσολάβησαν [21]. Επιπλέον, μια έρευνα που διεξήχθη το 2005 σε κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου έδειξε ότι ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 48% των επιστημόνων έχουν κάποια θρησκευτική πίστη, ενώ τουλάχιστον 75% θεωρεί ότι η Θρησκεία είναι φορέας πολύ σημαντικών μηνυμάτων και αλήθειας [24]. Εν κατακλείδι, το να είσαι επιστήμονας δεν είναι ασύμβατο με το να είσαι θρησκευόμενος όπως προσπαθούν μερικοί να μας πείσουν.

Συμπέρασμα: Μείνετε ταπεινοί μπροστά στο μεγαλείο της φύσης, ερευνάτε σαν επιστήμονες, πιστεύετε στον άνθρωπο σαν θεολόγοι, δουλέψτε όλοι μαζί για να βρείτε την αλήθεια! Μερικές φορές το να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις είναι σημαντικότερο από το να γνωρίζεις τις απαντήσεις…

Δ. Βιβλιογραφία

Αναφορές

  1. Spyridon Kakos, Why you can’t be an agnostic, Harmonia Philosophica.
  2. Dr Mary Midgley, Purpose, Meaning & Darwinism, Philosophy Now, 2009.
  3. Interpretation of quantum mechanics, Wikipedia article, ανακτήθηκε από https://en.wikipedia.org/wiki/Interpreta tions_of _quantum_mechanics στις 01/08/2011.
  4. A Priori and A Posteriori, Internet Encyclopedia of Philosophy, ανακτήθηκε από https://www.iep.utm.edu/ apriori/ στις 01/08/2011.
  5. A priori and A posteriori, άρθρο Wikipedia, ανακτήθηκε από https://en.wikipedia.org/wiki/A_priori_and_a_posteriori στις 01/08/2011.
  6. Dagobert D. Runes, The Dictionary of Philosophy, Philosophical Library, 1942, USA, New York.
  7. Martin Heidegger, Sein und Zeit, Heidegger’s Gesamtausgabe, volume 2, ed. F.-W. von Herrmann, 1977, XIV, 586p.
  8. George Steiner, Heidegger, Fontana Press, 1978.
  9. Science and religion: Reconcilable differences, Berkeley University, ανακτήθηκε από https://undsci.berkeley.edu/ article/science_religion στις 01/09/2011.
  10. New study reveals the percentage of scientists who believe in God is the same as 1916 count, Johnson Publishing Co., 1997, ανακτήθηκε από http://findarticles.com/p/articles/mi_m13 55/is_n22_v91/ai_19332942 στις 01/09/2011.
  11. Martin E. Boraas, Dianne B. Seale, Joseph E. Boxhorn, Phagotrophy by a flagellate selects for colonial prey: A possible origin of multicellularity, Evolutionary Ecology, February 1998, Volume 12, Issue 2, pp 153–164, Springer.
  12. Boraas, ME, Predator induced evolution in chemostat culture. EOS. Transactions of the American Geophysical Union. 64:1102, 1983.
  13. Castenholz, R. W. (1992), Species usage, concept, and evolution in the cyanobacteria (blue-green algae). Journal of Phycology, 28: 737–745. doi:10.1111/j.0022-3646.1992.00737.x
  14. Quentin Wheeler, Rudolf Meier, Species Concepts and Phylogenetic Theory: A Debate, 2012.
  15. Joseph Boxhorn, Observed Instances of Speciation, TalkOrigins, 1995, ανακτήθηκε από http://www.talkorigins. org/faqs/faq-speciation.html στις 01/08/2011.
  16. Το Πρόβλημα του Ορισμού των Ειδών, άρθρο Wikipedia, ανακτήθηκε από https://en.wikipedia.org/wiki/Species_ problem στις 01/09/2011.
  17. Charles Darwin, On the Origin of Species, 484.
  18. Jakob Hohwy, The Language of Science – Consciousness, Department of Philosophy, Monash University, Polimetrica, 2007, ανακτήθηκε από http://www.polimetrica.eu/site/?p=131 στις 06/11/2007.
  19. Robert Lawrence Kuhn, Can Brain Explain Mind?, 2009, ανακτήθηκε από http://scienceandreligiontoday.blogspot.gr/ 2009/01/can-brain-explain-mind.html στις 01/09/2011.
  20. Jonah Lehrer, Ramachandran on Consciousness, Science blogs, 2006, ανακτήθηκε από http://scienceblogs.com/cortex/20 06/10/06/ramachandran-on-consciousness/ στις 01/09/2011.
  21. Craig Hamilton, Neuroscience, Consciousness, and the Soul, Science and Religion: Global Perspectives program, June 4-8, 2005, Philadelphia, PA, USA, Metanexus Institute, ανακτήθηκε από http://www.metanexus.net/conference2005/pdf/hamilt on.pdf στις 01/09/2011.
  22. Angus J. L. Menuge, Does Neuroscience Leave Room for God?, Concordia University Wisconsin (), ανακτήθηκε από http://www.uncommondescent.com/docs/Does%20 Neuroscience%20Leave%20Room%20for%20God–as%20 presented.pdf στις 01/09/2011.
  23. Repovš, G. (2004). Cognitive neuroscience and the “mind-body problem”. Psihološka Obzorja / Horizons of Psychology, 13(2), 9-16.
  24. Richard Lewontin, Billions and Billions of Demons, review of The Demon-Haunted World: Science as a Candle in the Dark by Carl Sagan, New York Review of Books, January 9, 1997, pp. 28-32.
  25. Piero Scaruffi, The nature of consciousness: Quantum Consciousness, 2013, ανακτήθηκε από http://www.scaruffi. com/science/qc.html στις 01/09/2011.
  26. Beauregard M., Mind does really matter: evidence from neuroimaging studies of emotional self-regulation, psychotherapy, and placebo effect, Prog Neurobiol. 2007 Mar;81(4):218-36. Epub 2007 Feb 9. Review, PMID: 17349730 [PubMed – indexed for MEDLINE]
  27. Physicalism, Stanford Encyclopedia of Philosophy, ανακτήθηκε από https://plato.stanford.edu/entries/physicalism/ στις 01/09/2011.
  28. Bruce Chapman, Materialism’s Slipping Hold on Science and Culture, Seattle P-I, 1997, ανακτήθηκε από http://www. discovery.org/a/317 στις 01/09/2011.
  29. Martin Heidegger, Wikipedia article, ανακτήθηκε από http://en. wikipedia.org/wiki/Martin_Heidegger στις 01/09/2011.
  30. Species problem, άρθρο Wikipedia, ανακτήθηκε απόwikipedia.org/wiki/Species_problem στις 01/09/2011.
  31. Jakob Hohwy, The Language of Science – Consciousness. (όπως παραπάνω)
  32. Robert Lawrence Kuhn, Can Brain Explain Mind? (όπως παραπάνω)
  33. Jonah Lehrer, Ramachandran on Consciousness, (όπως παραπάνω)
  34. Craig Hamilton, Neuroscience, Consciousness, and the Soul (όπως παραπάνω)
  35. Does Dr. Angus J. L. Menuge, Neuroscience Leave Room for God?, Concordia University Wisconsin.
  36. Grega Repovs, Cognitive neuroscience and the “Mind-Body problem”, University of Ljubljana, Department of psychology, Ljubljana, Slovenia
  37. Richard Lewontin, Billions and Billions of Demons, review of The Demon-Haunted World: Science as a Candle in the Dark by Carl Sagan, New York Review of Books, January 9, 1997, pp. 28-32.
  38. Piero Scaruffi, Quantum Consciousness, ανακτήθηκε από http://www.scaruffi.com/science/qc.html στις 01/09/2011.
  39. Beauregard M., Mind does really matter: evidence from neuroimaging studies of emotional self-regulation, psychotherapy, and placebo effect, Prog Neurobiol. 2007 Mar;81(4):218-36. Epub 2007 Feb 9. Review, PMID: 17349730 [PubMed – indexed for MEDLINE]
  40. Spyridon Kakos, Religion statistics and trends, Google Knol, ανακτήθηκε από http://knol.google.com/k/religion-statistics-trends# στις 01/09/2011.
  41. Cunningham SA, Mitchell K, Narayan KM, Yusuf S, Doctors’ strikes and mortality: a review, Social Science & Medicine (1982) [10 Oct 2008, 67(11):1784-1788], ανακτήθηκε από http://europepmc.org/abstract/MED/18849101/reload=0;jsessionid=qOxjEVJ2JGcWLXe5RyBQ.12 στις 01/09/2011.
  42. Dr Raj Persaud, Dr Peter Bruggen, When Doctors Go On Strike Patients Stop Dying, 14/05/2012, ανακτήθηκε από http://www.huffingtonpost.co.uk/dr-raj-persaud/when-doctors-go-on-strike_b_1513689.html στις 15/05/2012.
  43. Dr John Briffa, Some potentially good news for UK patients: doctors may go out on strike, 19 January 2012, Food and Medical Politics, ανακτήθηκε από http://www.drbriffa.com/ 2012/01/19/some-potentially-good-news-for-uk-patients-doctors-may-go-out-on-strike/ στις 01/09/2011.
  44. Will fewer people die if doctors strike?, Full Fact article, ανακτήθηκε από https://fullfact.org/health/will-fewer-people-die-if-doctors-strike/ στις 01/09/2011.
  45. Robson, G. C., The Species Problem: an Introduction to the Study of Evolutionary Divergence in Natural Populations., 1928, Edinburgh, Oliver and Boyd.
  46. Spyridon Kakos, How doctors choose to die, Harmonia Philosophica, ανακτήθηκε από http://harmoniaphilosophica. wordpress.com/2012/05/31/how-doctors-choose-to-die/ στις 01/09/2011.
  47. The InterAcademy Partnership, IAP Statement on the Teaching of Evolution, Retrieved from http://www.interacademies.net/10878/13901.aspx, 2017-12-01 (Ελληνική δήλωση: http://www.academyofathens.gr/ ecportal.asp?id=1007&nt=18&lang=1).
  48. Ontological proof, άρθρο Wikipedia, ανακτήθηκε από wikipedia.org/wiki/G%C3%B6del’s_ontological_proof στις 01/09/2011.

Ενδιαφέροντα βιβλία/ πηγές για περαιτέρω διάβασμα

  1. Spyridon Kakos, The limits of science, Harmonia Philosophica portal, harmoniaPhilosophica.com.
  2. Αριστοτέλης, Μεταφυσικά.
  3. Alfred Russel Wallace, The Limits of Natural Selection as Applied to Man, S165: 1869/1870.
  4. Fitting, M, Types, Tableaus, and Gödel’s God.
  5. Steve Fuller, Dissent Over Descent.
  6. Lugwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus.
  7. Alfred Russel Wallace, The Origin of Human Races and the Antiquity of Man Deduced From the Theory of Natural Selection, (S93: 1864).
  8. Francis Collins, Evidence for Belief.
  9. Alfred Russel Wallace, Notes Added to the Second Edition of Contributions to the Theory of Natural Selection, (S716: 1871) [http://www.wku.edu/~smithch/index1.htm].
  10. Max Planck, The meaning and limits of exact science (Sinn und Grenzen der exakten Wissenschaft).
  11. Erwin Schrodinger, Nature and the Greeks.
  12. Dave Robinson and Judy Groves, Philosophy – A graphic guide to the history of thinking.
  13. Πωλ Ντέιβις, Το συμπαντικό τζακ-ποτ.
  14. Guy Sorman, Les Vrais Penseurs de notre temps (1989) (True Thinkers of Our Time).
  15. Emil du Bois-Reymond, Über die Grenzen des Naturerkennens (“On the limits of our understanding of nature”), 1872.
  16. Christopher G. Small, Reflections on Gödel’s Ontological Argument, University of Waterloo [http://www.stats.uwaterloo.ca/ ~cgsmall/Gödel.final.revision.PDF]
  17. Ecklund, E.H., and C.P. Scheitle. 2007. Religion among academic scientists: Distinctions, disciplines, and demographics. Social Problems 54(2):289-307.

 

Advertisements